Candy-Candy

Η αγαπημένη ηρωίδα των παιδικών μας χρόνων!
 
ΦόρουμΠόρταλΣυχνές ΕρωτήσειςΑναζήτησηΕγγραφήΣύνδεση
Big Ben
 2016
ΔευΤριΤετΠεμΠαρΣαβΚυρ
   1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031 
ΗμερολόγιοΗμερολόγιο
Πρόσφατα Θέματα
» Aλλες εισαγωγές άνιμε
Τετ Νοε 30, 2016 7:27 am από alfaalfa

» Για την ονομαστική μας γιορτή...
Σαβ Νοε 26, 2016 4:19 pm από ariathniM

» Anime πραγματάκια
Σαβ Νοε 26, 2016 2:34 pm από Aldebaran

» facebook
Σαβ Νοε 26, 2016 2:24 pm από Aldebaran

» Halloween
Δευ Οκτ 31, 2016 9:59 pm από ariathniM

» μικρη ντοριτ , καντυ και γενικοτερη βικτωριανη λογοτεχνια
Παρ Οκτ 21, 2016 1:00 am από candymayia

» Τα κομβικά σημεία που αλλάζουν το ρουν της ιστορίας
Τετ Σεπ 14, 2016 10:51 am από candymayia

» H ''άλλη Κάντυ''
Δευ Σεπ 12, 2016 5:16 pm από ariathniM

» Η Σάρρα Στάνλευ, η μικρή του Αβολνι
Δευ Σεπ 05, 2016 3:08 pm από ariathniM

Παρόντες χρήστες
Συνολικά 0 χρήστες είναι συνδεδεμένοι :: 0 μέλη, 0 μη ορατοί και 0 επισκέπτες :: 1 μηχανή αναζήτησης

Κανένας

Περισσότεροι χρήστες υπό σύνδεση 30, στις Πεμ Νοε 18, 2010 4:29 pm
Να μεταφραστεί η νουβέλα
Image hosted by servimg.com
Συνταγές μαγειρικής

Image hosted by servimg.com

Μοιραστείτε | 
 

 Τρίτη Ιστορία

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Τρίτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:03 pm

Όπου και να πάω, είσαι εσύ...


Το πρώτο φως της μέρας φάνηκε…..
Ο ήλιος, λαμπερός, σε όλο του το μεγαλείο, ξετύλιξε τις αχτίδες του ξεπερνώντας το παγερό τοίχος της νύχτας….. Πέρασε τη γραμμή του ορίζοντα, σκορπίζοντας απλόχερα το φως του παντού, στην αρχή αδύναμα και αμυδρά, ύστερα όμως δυνάμωσε σαν τη φωτιά μιας πυρκαγιάς στον δυνατό άνεμο… Ο ουρανός γέμισε χρώματα και τα σύννεφα φόρεσαν τις φορεσιές της αυγής… Κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινα, ροζουλί, μωβ και στις απόμακρες περιοχές μπλε… Το πιο όμορφο τοπίο , αυτό που δεν μπορεί ούτε ο πιο ταλαντούχος ζωγράφος να απεικονίσει. Η φύση έχει μοναδικά χρώματα και αποχρώσεις… Και  να, σιγά-σιγά, άρχισαν να ξυπνάνε τα ζωντανά, με τις πρωινές τους κραυγές να προαναγγέλλουν μια καινούργια μέρα…               Καινούργιες ελπίδες… Καινούργια αρχή…
   Ανάμεσα στο δάσος, κοντά σε μια πανέμορφη λίμνη, ορθώνεται ένα πλούσιο αρχοντικό… Κανείς δεν έχει ξυπνήσει, τα παντζούρια είναι κλειστά, είναι νωρίς ακόμα… Ωστόσο τίποτα δεν εμποδίζει μια παιχνιδιάρα ηλιαχτίδα να περάσει από μια χαραμάδα ενός κλεισμένου παραθυρόφυλλου και να φωτίσει το ήδη φωτεινό πρόσωπο ενός κοριτσιού. Άλλοι μπορεί να θύμωναν, να μούγκριζαν που χάλαγε ο ύπνος τους και να άλλαζαν πλευρό, η Κάντυ όμως όχι. Άνοιξε τα κοιμισμένα, σμαραγδί μάτια της και κοίταξε με ευχαρίστηση το λιγοστό φως που έμπαινε απ’ το παράθυρο, κάτι που έδειχνε ότι ο ήλιος έχει βγει… Το δεκατριάχρονο κορίτσι, έτριψε τα μάτια της, πιέζοντάς τα να ανοίξουν… Όταν τα κατάφερε, έδωσε ένα σάλτο και πετάχτηκε απ’ τα σκεπάσματα… Το πρώτο που έκανε ήταν να ανοίξει το παράθυρο, για να μπορέσει να γευτεί την πρωινή δροσιά…
-Ααααααχ…..αναστέναξε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, καλημέεεεερα πουλάαακια, πώς σας φαίνεται ή σημερινή μέρα???χιχιχι…. χαμογέλασε γλυκά στα σπουργίτια που ήταν καθισμένα στον κισσό δίπλα στο παράθυρο. Εκείνα την κοίταξαν, κουνώντας τα κεφαλάκια τους δεξιά και αριστερά… Ένα πιο θαρραλέο πήγε και στάθηκε στον ώμο της, κελαηδώντας της ένα καλημέρισμα με την ταπεινή του φωνούλα…
-Χαχαχα… Καλημέρα και σε σένα μικρό μου σπουργιτάκι…..
    Με αυτά τα λόγια, τινάχτηκε απότομα προς την ντουλάπα της…..
-Χμμμμ…. Πρέπει να φωνάξω τη Ντόροθυ να με αλλάξει???? Όχι, εξάλλου μπορεί και να κοιμάται….. χιχι
Άνοιξε ερμητικά την ντουλάπα και κοίταξε με τη σειρά όλα τα φορέματα… Έψαχνε όμως μανιασμένα ένα συγκεκριμένο, αυτό που της διάλεξε η μεγάλη θεία Ελρόυ…
-Αχ, μην μου πεις ότι η Ντόροθυ το έβαλε στα άπλυτα….. απφφφ…
Αναστέναξε απογοητευμένη, αλλά συνέχισε το ψάξιμο. Όταν πλέον το δωμάτιο είχε γίνει πεδίο μάχης και είχε βεβαιωθεί ότι δεν ήταν εκεί το φόρεμα που αναζητούσε, αποφάσισε πως έπρεπε να διαλέξει κάποιο άλλο… Βρήκε ένα πράσινο, με ροζ ποδιά, κορδέλα μεγάλη στη μέση και γιακά…. Ξαναχτένισε και τις άφθονες μπούκλες τις σε κοτσιδάκια, δένοντας τα με ροζ κορδελάκια, και έτσι πως τα τίναζε τα μαλλιά της, έκανε τις αχτίδες να περνάνε ανάμεσα στις μπούκλες, σαν να έπαιζαν κρυφτό σε έναν ξανθό κήπο… Έβαλε και τα λεπτοκαμωμένα ποδαράκια της σε ροζ μπότες με φούξια κορδόνια….
   Μετά από έναν αγώνα εναντίον των κορδονιών, στάθηκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη να καμαρώσει τον εαυτό της…
-Κάντυ Γουάιτ Άρντλεϋ, παρόλο που δεν βρήκατε το αγαπημένο σας φόρεμα και δεν ξέρετε να δένετε τα κορδόνια σας, είστε πραγματικά υπέροχη σήμερα… επαίνεσε την αντανάκλασή της στο γυαλί.
Αφού υποκλίθηκε καμαρωτά, έκανε στροφή να φύγει απ’ το δωμάτιο, όταν ακούστηκαν τρία χτυπήματα στην ξύλινη πόρτα.
-Περάααστε….
Την πόρτα άνοιξε η νεαρή υπηρέτρια, η Ντόροθυ, που αν και υπηρέτρια, είχε ξυπνήσει πιο αργά απ’ την μικρή Κάντυ. Όταν είδε ότι είχε ήδη ντυθεί και ετοιμαστεί η μικρή κυρία της, έτρεξε αναστατωμένη προς το μέρος της.
-Δεσποινίς Κάντυ, πόσες φορές θα σας πω πως πρέπει να με φωνάζετε για να ντυθείτε, αυτή είναι η δουλειά μου, θα με μαλώσουν αν δεν την κάνω…
-Χιχιχι…. Και πόσες φορές θα σου πω εγώ καλή μου Ντόροθυ να μην με λες δεσποινίς???... Εντάξει, πες πως με έντυσες… άσε με τώρα να βγω έξω γιατί πεινάω σαν λύκος.
  Κάτω στην τραπεζαρία βρισκόταν ήδη η θεία Ελρόυ και ο Άρτσι με τον Στήαρ… Ο Άρτσι είχε μεγάλα κόκκινα μάτια, κάτι που έδειχνε ότι τον είχαν ξυπνήσει με το ζόρι, ενώ ο Στήαρ ήταν αφοσιωμένος στην πίτα του.
Στο δωμάτιο επικρατούσε ησυχία, κάτι που το έκανε απολύτως μουντό και αφιλόξενο σε αντίθεση με την ηλιόλουστη μέρα… Η Κάντυ, χαρωπή και ζωηρή όπως πάντα, άλλαξε αμέσως το κλίμα. Αφού τους καλημέρησε όλους, και πρώτα απ’ όλα την μεγάλη θεία, κάθισε κι αυτήν να φάει το πρωινό της. Ο Άρτσι, βρίσκοντας μια αχτίδα σωτηρίας απ’ το μαρτύριο που περνούσε, άρχισε να μιλάει ασταμάτητα στην Κάντυ, που προσπαθούσε απεγνωσμένα να φάει αλλά και να απαντάει στις ερωτήσεις του καλού της φίλου. Πάλι καλά που επενέβη η θεία Ελρόυ, και τα πράγματα ηρέμησαν κάπως… Μόνο όταν τελείωσε την πίτα της, η μικρή φακιδομούρα κατάλαβε πως ο Άντονυ έλειπε…
-Θεία Ελρόυ, ο Άντονυ γιατί δεν είναι μαζί μας???...
-Κάντυ… απάντησε απότομα η ενοχλημένη θεία, δεν μιλάμε σε κάποιον αν δεν έχει τελειώσει το γεύμα του.!κατάλαβες????
-Με συγχωρείτε θεία… μαζεύτηκε η Κάντυ, γεμάτη ντροπή στη θέση της.
-Ψιτ, Κάντυ…. ψιθύρισε ο Στήαρ, ο Άντονυ έχει ξυπνήσει από νωρίς, όπως πάντα άλλωστε. Είναι έξω, φροντίζει τα τριαντάφυλλα…
-Ναι… συμπλήρωσε ο Άρτσι με μια δόση ειρωνείας στη φωνή του, και εδώ και ώρα δέχεται την ¨ευχάριστη¨ συντροφιά της Ελίζας, μίλησε βαριεστημένα.
-Άρτσι…..!!!! φώναξε αγανακτισμένη η θεία.
                                 ************************
         
   
Ένας μεγάλος κήπος, σαν από παραμύθι, γεμάτος τριαντάφυλλα όλων των χρωμάτων… Στη μέση μια λεπτή σιλουέτα, μιας ξανθιάς γυναίκας που φρόντιζε με αγάπη τα τριαντάφυλλα, απολαμβάνοντας το ευωδιαστό τους άρωμα. Ο ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπο της, δείχνοντας έτσι την κούραση της, αλλά δεν την ένοιαζε! Τον παραμέρισε ευγενικά…
-Μαμά…. Μαμά…. ακούστηκε απ’ το μεγάλο αρχοντικό η παιδική φωνή ενός μικρού αγοριού που αναζητά τη μαμά του, ανάμεσα στα μυριάδες πέταλα που χορεύουν με τον άνεμο.
Το μικρό παιδί, φοβισμένο από προαίσθημα, ψάχνει αγωνιώντας τη μητέρα του, νομίζοντας ότι έχει φύγει, ότι έχει… χαθεί. Εκείνη όμως βρίσκεται πίσω του, καμαρώνοντάς τον και ανοίγοντας την αγκαλιά της για να δώσει θάρρος στο μικρό της γιο, να αντέξει τα επερχόμενα. Τα λαμπερά σμαραγδένια μάτια της, ακτινοβολούν όλη της την αγάπη. Καθισμένη σε ένα λευκό παγκάκι, χαϊδεύοντας το παιδάκι της, λέει λόγια παρηγοριάς… Εξηγεί στον μικρό τον θάνατο και το ξανάνιωμα των τριαντάφυλλων, παρομοιάζοντάς τον με τον θάνατο ενός ανθρώπου, λέγοντάς του έμμεσα πως θα ζει στην καρδιά του όταν πεθάνει σε λίγο καιρό. Πού να καταλάβει όμως το παιδικό μυαλό….? Η γλυκιά μαμά, σκουπίζει με μητρική στοργή τα κλαμένα ματάκια του γιου της, και τον αγκαλιάζει σφιχτά, προσπαθώντας να κρατήσει αυτή τη στιγμή, να την έχει μαζί της εκεί που θα πάει και δεν θα μπορεί να τον αγκαλιάζει…

Αχ, μητέρα… έφυγες τελικά πολύ απότομα, αλλά είχες δίκιο… ζεις στην καρδιά μου, κι όχι μόνο εκεί αλλά και σ’ αυτόν τον κήπο, όπου φρόντιζες με τόση στοργή τα τριαντάφυλλα και τώρα δες με, τα φροντίζω εγώ γιατί θέλω να συνεχίσω αυτό που έκανες εσύ, θέλω… να συνεχίσεις να ζεις εδώ για πάντα!.... να μπορώ να σου μιλάω εδώ μητέρα…
  Ο νεαρός Μπράουν, ταξίδευε νοερά στην εποχή που ζούσε η πολυαγαπημένη του μαμά… Σήμερα έκλεινε… πόσα χρόνια? Δέκα…? Μήπως πιο πολλά…? Μήπως πιο λίγα…?... πάντως σαν σήμερα άφησε την τελευταία της πνοή, η νεαρή αρχόντισσα και μαζί με αυτήν άφησε την χαρά της ζωής, την ευτυχία και μια ευχάριστη ανάμνηση σε όσους την αγαπούσαν… Γιος και πατέρας ένιωθαν το ίδιο κενό από τότε στην καρδιά τους, και προσπαθούσαν κάπως να το καλύψουν, να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν και πάλι να μιλήσουν σε αυτήν την γυναίκα, τη μητέρα και σύζυγο. Ο κ. Μπράουν, έκλεισε βαθιά μέσα του τη στεναχώρια για αυτήν την απώλεια, και συνέχισε αμίλητος και με την καρδιά του πέτρα τη ζωή του, ταξιδεύοντας… Στα μέρη που πήγαινε, και με την καθημερινή βαβούρα μπορούσε λίγο να ξεχνιέται. Πώς όμως να ξεριζώσει από μέσα του, το άλλο του μισό????....
   Ο Άντονυ απ’ την άλλη, μετά από μήνες αποκλεισμού από τον υπόλοιπο κόσμο, αποφάσισε να βρει έναν τρόπο να επικοινωνεί με την καλή του μαμά… Μικρός όπως ήταν, την είχε πολύ ανάγκη… Έτσι, βρήκε το πρόσωπο της κρυμμένο ανάμεσα στα τριαντάφυλλα, και γι’ αυτό από τότε φρόντιζε να παραμένουν ζωντανά .Γιατί μιλώντας και αφιερώνοντας χρόνο με αυτά, ένοιωθε πως είναι δίπλα στη μητέρα του, που τον άκουγε προσεκτικά… Του έφτανε τουλάχιστον που τον άκουγε, αρκούνταν σ’ αυτό. Κάθε φορά που πάθαινε κάτι ένα τριαντάφυλλο, αν το έκοβαν ας πούμε ή αρρώσταινε, θύμωνε και λυπόταν ανάλογα, έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να το ανακουφίσει.
Πώς όμως να ξεριζώσει από μέσα του, την γυναίκα που τον γέννησε??..
Κι ύστερα Κάντυ, ήρθες εσύ… Βλέποντάς σε να κλαις εκεί, στην αψίδα με τα τριαντάφυλλα, με τα σμαραγδιά σου μάτια κλαμένα, θυμήθηκα εκείνη… Το χαμόγελο και η ζωντάνια σου με έκαναν για λίγο να ξεχαστώ… Για λίγο..
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τρίτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:04 pm

-Άντονυ, Άντονυ….
Ο νεαρός, ένιωσε να διαπερνά το σώμα του ένα ρίγος, στο άκουσμα αυτής της στριγγλιάρικης και τσιριχτής φωνής. Γιατί ήρθε τώρα, σήμερα, μια μέρα πένθους γι’ αυτόν…? Αφού ήξερε, γιατί τον διέκοπτε?? Ήταν που ήταν ανεπιθύμητη ,πόσο μάλλον σήμερα… Ποτέ δεν μπόρεσε όμως να την διώξει, και να της πει πόσο πολύ τον ενοχλεί. Η ευγενική και καλόψυχη καρδιά του τον εμπόδιζε… Το μόνο που έκανε ήταν να την αγνοεί, με ορισμένο μέτρο. Σήμερα όμως ήταν διαφορετική μέρα…
  -Άντονυ… καλημέρα Άντονυ… κοίτα, σου έφερα μια πίτα, την έφτιαξα μόνη μου, είπε τσιριχτά και ναζιάρικα ταυτόχρονα, φανερώνοντας πίσω απ’ την πλάτη της ένα πακέτο.
-Ελίζα… δεν έπρεπε να ρθεις!
Ο Άντονυ, σήκωσε το κεφάλι του αλλά δεν κοίταξε την έκπληκτη συνομιλήτριά του. Συνέχισε να κοιτάει με βλέμμα θυμωμένο και απόμακρο, κάπου μακριά…..
-Άντονυ… εγώ… Εγώ το έκανα για να νοιώσεις καλύτερα…
-Πώς μπορείς….? Αφού ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα…! Άσε με λίγο ήσυχο επιτέλους… Μόνο για σήμερα!!!!
  Με αυτά τα λόγια συνέχισε να ποτίζει τα πολύτιμα λουλούδια του. Το ενοχλητικό κορίτσι παρέμεινε εκεί να τον κοιτάει και να τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα…Αυτό συνεχίστηκε για πολύ ώρα…
-Ξέρω τι μέρα είναι σήμερα… Ξέρω πού καλά!!!!! Νόμιζα απλά πως ήθελες λίγη παρέα…. Και ποιος καλύτερος από….ωχ…
  Τα λόγια της κόπηκαν απότομα. Ο Άντονυ είχε σταματήσει να περπατάει, κάνοντας την να πέσει πάνω του.
-Φύγε Ελίζα… Είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις!
-Αν έτσι νοιώθεις….. ψέλλισε πεισμωμένα και πέταξε το πακέτο, τρέχοντας δήθεν κλαμένη να απομακρυνθεί…
  Τις άλλες μέρες σε ανεχόμουν Ελίζα… Σήμερα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά… Αχ, Ελίζα…..!Ο ήδη ταραγμένος εσωτερικός κόσμος του Άντονυ, αναστατώθηκε ακόμα περισσότερο μετά την επίσκεψη αυτού του κοριτσιού… Πέταξε απότομα το ποτιστήρι κάτω, με απέχθεια γυρίζοντας το κεφάλι του, κλείνοντας τα μάτια του, προσπαθώντας να διώξει μια πικρή γεύση. Δεν μπορούσε να φροντίζει τα αγαπημένα του ρόδα ενώ δεν ήταν ήρεμος, δεν μπορούσε να μιλάει στη μητέρα του σε αυτήν την κατάσταση!!!!... Προχώρησε ήρεμα έξω απ’ την αψίδα με τα τριαντάφυλλα…. Όταν τον σταμάτησε η φωνή ενός άλλου κοριτσιού…
-Άντονυυυ….. Άντονυ πού πας????...
μικρή Κάντυ τον κοίταζε απ’ την άλλη πλευρά του κήπου. Όταν είδε ότι δεν αντιδρούσε και απλά έμενε ακίνητος εκεί, έτρεξε φουριόζα δίπλα του. Φοβόταν για τον… φίλο της, τον αγαπούσε πολύ, και στεναχωριόταν με τη στεναχώρια του. Στάθηκε εκεί δίπλα του, να κοιτάζει το λυπημένο και απόμακρο βλέμμα του, προσπαθώντας να καταλάβει αν πρέπει να φύγει ή να παραμείνει στο πλάι του….
-Κάντυ… Μήπως θες να ρθεις μαζί μου στην λίμνη????
Η μικρή σκανταλιάρα δεν μπορούσε να πιστέψει αν αυτός ο Άντονυ που της μίλαγε τώρα ήταν ο ίδιος με αυτόν που αντίκριζε πριν…. Τώρα μπροστά της είχε έναν ξανθό νεαρό, που την κοίταζε περιμένοντας την απάντησή της στην πρότασή του. Το ζωηρό του βλέμμα όμως δεν μπορούσε να κρύψει τη λύπη που φαινόταν πολύ καθαρά στα μάτια του.
    Η Κάντυ δεν του απάντησε με λόγια απλά του ένευσε συγκαταβατικά… Εκείνος δεν περίμενε κάτι παραπάνω, απλά άρχισε να περπατάει προς την πύλη με τον καταρράκτη, την πύλη όπου η Κάντυ είχε συναντήσει και σώσει για πρώτη φορά τον Άρτσι. Το νερό κυλούσε ορμητικά δημιουργώντας αφρό και πιτσιλώντας όποιον περνούσε δίπλα από κείνο το σημείο… Τα δυο νεαρά παιδιά κάθισαν κάτω από ένα δέντρο… Ο Άντονυ στήριξε την πλάτη του ,καθισμένος, στον κορμό του, ενώ η Κάντυ κάθισε δίπλα του αγκαλιάζοντας τα γόνατα της. Δεν ήξερε αν πρέπει να μιλήσει ή όχι… Αρκέστηκε ωστόσο να περιμένει. Ήταν υπέροχα… Το νερό λαμπύριζε καθώς ο ήλιος ανακλόταν πάνω του, σχηματίζοντας ένα ηλιακό δίχτυ στην επιφάνεια της μικρής λιμνούλας. Τα φύλλα τον δέντρων χόρευαν μαζί με το δροσερό αεράκι, που μετέφερε σταγόνες απ’ τον καταρράκτη και σου πιτσιλούσε το πρόσωπο. Τα χόρτα μύριζαν βροχή…. Η Κάντυ πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα στα δροσερά ανθάκια που είχε στο έδαφος, απολαμβάνοντας τις σταγόνες που ακουμπούσαν τα χέρια της. Καθώς πασπάτευε τα πέταλά τους, θυμήθηκε το νεαρό που ήταν δίπλα της. Τι να σκέφτεται άραγε ο καλός μου Άντονυ….? Σίγουρα την γλυκιά του μητέρα… Αχ, Άντονυ, πώς να σε βοηθήσω???? Γύρισε σιγανά το βλέμμα της προς το μέρος του… Ο ξανθός νέος ήταν εντελώς χαλαρός… Είχε βάλει τα χέρια του πίσω απ’ το κεφάλι του, να το στηρίζουν πάνω στον κορμό του δέντρου, και χόρταινε τον βρεγμένο αέρα στο πρόσωπό του. Τα μάτια του ήταν απαλά κλεισμένα. Η Κάντυ δεν τον είχε δει ποτέ πιο πριν τόσο όμορφο, μέσα στην ομορφιά της φύσης… Έμεινε να τον κοιτάει προσπαθώντας να κρατήσει βαθιά μέσα της αυτή την εικόνα… Τότε ο Άντονυ άνοιξε σιγανά τα βλέφαρά του, κι εκείνη έστρεψε ντροπιασμένη αλλού το πρόσωπό της. Το κοκκίνισμα ωστόσο ανάμεσα στις φακίδες της την πρόδιδε…. Ο γλυκός νεαρός την κοίταξε πλάγια, κάνοντάς την να νοιώθει ακόμα πιο ντροπή.
-Κάντυ…. Το ξέρεις ότι έχεις γίνει σαν ντομάτα????....
-Ω, Άντονυ, μην με κοροϊδεύεις…
Ο νέος ξέσπασε σε ένα καλόκαρδο γέλιο, με όλη την καρδιά του….
-Μην γελάς……!!!! Φώναξε πεισμωμένη η μικρή και τον κοίταξε άγρια.
-Χαχαχαχαχαχα…. Καλά καλά… θα έχω κακά ξεμπερδέματα αν δε σε ακούσω…. Ααααχ Κάντυ με έκανες και γέλασα πάλι….
-Χιχι… δεν το έκανα επίτηδες ξέρεις…..έβγαλε τη γλώσσα χαριτωμένα.
  Αχ, Άντονυ, έτσι θέλω να βλέπω το πρόσωπό σου, να γελάει, να είσαι χαρούμενος όπως πάντα… Πρώτη φορά όμως φέρεται έτσι… Δεν καταλαβαίνω είναι πολύ παράξενος σήμερα…
Ο Άντονυ κατάλαβε ότι κάτι σκεφτόταν γι’ αυτόν…. Μετακινήθηκε και κάθισε δίπλα της, αγκαλιάζοντας κι αυτός τα γόνατα του και σκύβοντας τόσο ώστε να ρθει δίπλα στο ύψος του κεφαλιού της Κάντυ, η οποία το έκρυψε ανάμεσα στα πόδια της. Σιγά σιγά πλησίασε το κεφάλι του στο δικό της και την ρώτησε πονηρά…..: “Τι σκέφτεσαι μικρό αγριοκόριτσο????” Η Κάντυ ντρεπόταν όλο και πιο πολύ… Πρώτη φορά ο Άντονυ ήταν τόσο πειραχτήρι, και το παράξενο ήταν ότι αυτή του τη συμπεριφορά την εκδήλωσε μια τέτοια μέρα… Με το χέρι της έσπρωξε  το πρόσωπο του φίλου της μακριά απ’ το δικό της .Εκείνος δεν αντιστάθηκε αλλά με την ώθηση του χεριού της έπεσε ξαπλωτός στα χορτάρια γελώντας…
-Χαχαχαχαχαχχχαχαχα…. Κάντυ, πρώτη φορά κοκκινίζεις τόσο!!!! χαχα
-Αγκρρρρ…. Η μικρούλα αγρίεψε και έσμιξε τα φρύδια της αλλά και τις φακίδες της, απορώ τι σ’ έπιασε σήμερα….?!?!?!?!?!?
Ο ξανθός νεαρός την κοίταξα από χαμηλού, καθώς ήταν ξαπλωμένος, σηκώνοντας τα φρύδια του με απορία, και χαμογελώντας έτσι ώστε να δείξει πως ούτε αυτός ξέρει… Εκείνη σούφρωσε πιο πολύ τις φακίδες της, κάνοντάς τον να ανασηκώσει το ένα φρύδι, σαν να λέει: δεν πιστεύω να θύμωσες πράγματι…..!?!?! Τότε η Κάντυ γέλασε καλοσυνάτα με το καρκαριστό της γέλιο και έπεσε με φόρα δίπλα στον Άντονυ, πάνω στο γρασίδι…. Έβαλε και τα χέρια της πίσω απ’ το κεφάλι και εισέπνευσε βαθιά. Ήταν πολύ χαρούμενη που ήταν μαζί με τον καλό της…!
-Κάντυ………άκουσε το όνομά της να βγαίνει απ’ τα χείλη του διπλανού της…. Γύρισε να τον κοιτάξει…  Αυτός ο Άντονυ που της μίλαγε τώρα δεν ήταν ο ίδιος με αυτόν που αντίκριζε πριν…. Τώρα μπροστά της είχε έναν ξανθό νεαρό, που δεν την κοίταζε όπως πριν. Το ζωηρό του βλέμμα είχε εξαφανιστεί και τα βαθυμπλε μάτια του κοίταζαν πάλι το απέραντο, με σοβαρότητα και λύπη ταυτόχρονα, σαν να έψαχνε κάτι που του είχε λείψει πολύ…. Η Κάντυ ανασηκώθηκε στα χέρια της για να μπορεί να τον κοιτάει…
-Τι έχεις Άντονυ τώρα…??? Σκέφτεσαι τη μητέρα σου…?
    Ο φίλος της δεν την άκουγε, ήταν σαν ένα αόρατο τοίχος να τους χώριζε και δεν μπορούσε να ακουστεί η φωνή ανάμεσά τους. Πέρασαν δύο, τρία λεπτά… Τότε ο Άντονυ επέστρεψε στον κόσμο. Γύρισε και κοίταξε για λίγο την Κάντυ, και σηκώθηκε, καμπούριασε την πλάτη του καθισμένος οκλαδόν με τα χέρια στο κενό ανάμεσα στα γόνατά του.
-Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε Κάντυ…? Η μητέρα μου πια δε ζει… Ξέρεις όμως πόσο μου λείπει…? Εσύ δεν ξέρεις καν πώς είναι να έχεις μια μητέρα, ποτέ δεν είχες γι’ αυτό δεν σου έλειψε ποτέ… Είναι πολύ βαρύ όμως να έχεις τον πιο αγαπημένο σου άνθρωπο κοντά σου για λίγο καιρό και μετά… να μην μπορείς να τον ξαναδείς ποτέ σου!!!!!!....
Ένα παχύ δάκρυ κύλησε απ’ τους ωκεανούς στο μάγουλο του Άντονυ. Ούτε έκλεισε τα μάτια του ούτε το σκούπισε, το άφησε εκεί να κυλήσει, να τον δροσίσει και να διώξει λίγο απ’ τη στεναχώρια του.
-Αχ, καλέ μου Άντονυ… Ξέρω πως είσαι πολύ πολύ στεναχωρημένος αλλά δεν είναι έτσι όπως τα λες… Μπορεί η μητέρα συ να έφυγε απ’ αυτόν τον κόσμο, όμως δεν σημαίνει πως δεν ζει πια! Ζει μέσα στην καρδιά σου, στις καρδιές όλων όσων την αγαπούσαν… ζει στον κήπο σου, μέσα σε κάθε λουλούδι, σε κάθε κόκκο άμμου και σε παρηγορεί, σου κάνει παρέα… Σε καμαρώνει Άντονυ από κει ψηλά, σε βλέπει να μεγαλώνεις και χαίρεται!!!!
   Τα λόγια της Κάντυ δρόσισαν σαν γιατρικό την πληγωμένη καρδιά του νεαρού… Τα είχε σκεφτεί κι αυτός, και πριν και πιο παλιά… Απ’ το στόμα της Κάντυ όμως ακουγόταν διαφορετικά, του έδιναν… ελπίδες και… θάρρος!!!!... Γύρισε και την κοίταξε χαμογελαστός, θέλοντας να της εκφράσει όλη του την ευγνωμοσύνη… Εκείνη έκλεισε τα μάτια και του έβγαλε τη γλώσσα…. Τότε ένοιωσε ένα ζεστό χέρι να την ακουμπάει στο σβέρκο, να την σπρώχνει. Άνοιξε τα μάτια της… Ο Άντονυ είχε γείρει στο μάγουλό της και την φίλαγε γλυκά, ανάμεσα στις πυκνές μπούκλες της. Το χέρι του χάιδευε απαλά το πίσω μέρος του λαιμού της. Η Κάντυ ανατρίχιασε και ένοιωσε πεταλούδες να πλημμυρίζουν το στομάχι της… Άπλωσε τα χέρια της και αγκάλιασε σφιχτά τον αγαπημένο της Άντονυ, χώνοντας το κεφάλι της μέσα στον ώμο του. Την αγκάλιασε και ο Άντονυ και έκλεισε τα μάτια του λέγοντας ένα σιγανό: “Ευχαριστώ”…..
                                 ************************
    Μπαμ……!!!!!
-Άντε πάλι Στήαρ, δόξα το Θεό που κρύφτηκα πριν το βάλεις να δουλέψει!!!!....ο Άρτσι σκούπισε με ανακούφιση το μέτωπό του απ’ τον ιδρώτα, απομακρύνοντας την στάχτη από την έκρηξη.
-Άρτσιι….γρύλισε απειλητικά ο εξαγριωμένος και απελπισμένος εφευρέτης που το είχε πάντα καημό να τον υποστηρίξει ο αδερφός του.
Στο γκαράζ των Άρντλεϋ, ο Στήαρ εδώ και ώρα ετοίμαζε μια νέα εφεύρεση, που όμως του βγήκε μαύρη, με αποτέλεσμα να δώσει αφορμή στον μικρότερο αδερφό του να τον πειράξει πάλι. Φυσικά η εφεύρεση είχε σχέση με την μικρή Κάντυ. Μετά το σχόλιο του αδερφού του, ο Στήαρ είχε παρατήσει πλέον κάθε εργαλείο για επιδιόρθωση του λάθους, και είχε ορμήσει στον αδερφό του, ο οποίος του φώναζε παρακλητικά, γελώντας. Τα δάκρυα απ’ τα γέλια ξεχείλιζαν στα μάτια του Άρτσι, κάτι που έκανε τον Στήαρ ακόμα πιο θυμωμένο.
-Σταμάτααα Άρτσι…!!!!!
-…Καλέ τι κάνετε εκεί πέρα εσείς οι δύο….???? η Κάντυ τους είχε πιάσει στα πράσα.
Μόλις τα δυο αγόρια αντίκρισαν μια Κάντυ που έπαιζε και καλά την νευριασμένη με τα καμώματα τους, αλλά στο πρόσωπό της ήταν σχεδιασμένο ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο, σηκώθηκαν ντροπιασμένα, και έσπευσαν να κατηγορήσουν ο ένας τον άλλον.
-Κάντυ…. εμ, ξέρεις τώρα τον Άρτσι, ένα λάθος έκανα και αμέσως  με έθαψε!!!!!!
-Ωχ, αδερφέ μου, μα όλες οι εφευρέσεις σου ποτέ δεν λειτουργούν.!!!
-Άρτσιιιιγρρρ……
-Ηρεμήστε και οι δυο σας, δεν χρειάζεται να μαλώνουμε, ίσως όλοι μαζί καταφέρουμε να φτιάξουμε το…μαραφέτι του Στήαρ, τι λέτε????
Η Κάντυ γύρισε και τους κοίταξε όλους έναν-έναν… Ο Στήαρ ενθουσιασμένος και χαρούμενος που τον υποστήριξε η Κάντυ, ο Άρτσι δυσανασχετούσε και ζήλευε μουρμουρίζοντας, και ο Άντονυ…. καθόταν γερμένος στην πόρτα κοιτώντας τους με λαμπερά μάτια μέσα στο σκοτάδι. του απογευματινού ημίφωτος. Ο Άρτσι πρόσεξε τον τρόπο που η Κάντυ κοίταζε τον νεαρό ξάδερφό του και βιάστηκε να μάθει τι έγινε στο διάστημα που λίπανε…..
- Άντονυ…? Γιατί δεν μιλάς??? Τόση ώρα τι έδειχνες στην Κάντυ????.....η ζήλεια εμφανίστηκε πάλι ανάμεσα στα ξαδέρφια.
-Αλήθεια…πού ήσασταν τόση ώρα εσείς οι δυο??? μπλέχτηκε και ο Στήαρ.
-Είχα πάει την Κάντυ μια βόλτα στον καταρράκτη σου, Άρτσι.
-ΤΙ????? πετάχτηκε νευριασμένος εκείνος, και δεν μας είπες και μας να ρθούμε?????......
Σειρά είχε ο Άντονυ να φάει ξύλο…..
-Έλα τώρα Άρτσι, μην κάνεις έτσι… αφού ξέρεις ότι σήμερα ο Άντονυ είναι στενοχωρημένος. Η μικρή Κάντυ όπως πάντα τα έβαλε στη σειρά. Ένα μεγάλο διάστημα σιωπής ενώ κοιτάζονταν ο Άρτσι και ο Άντονυ. Ο πρώτος νευριασμένος, με σπασμένο βλέμμα κοιτάζοντας την ηρεμία του δεύτερου… Τότε την αμηχανία έσπασε ο Στήαρ.
    -Λοιπόν, παιδιά, θα ρθείτε να με βοηθήσετε να το φτιάξω ή όχι….???
Όλοι μαζί όρμησαν να φτιάξουν τον παράξενο πράγμα του Στήαρ, με την καθοδήγησή του. Δεν είχα ιδέα τι έφτιαχναν, όμως το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό….!!!
-Ντανταααααν….. Το αποκαλώ κούρσα για λιμνοδρομείες και με αυτό…
Τα λόγια του Στήαρ έκοψε ένα σιγανό χαχανητό και ρουθούνισμα που όλοι κατάλαβαν αμέσως από ποιον προέρχονταν.
-Αγκρρρρ….Άρτσιιιιι!!!!!!!!!!!!!!!
-Συγγνώμη αδερφέ, πιο μεγάλο όνομα δεν είχες??? χαχαχαχαχα….
-Απφφφ… ας το δεις πρώτα πως δουλεύει και μετά να γελάσεις!
-Πάμε λοιπόν να το χρησιμοποιήσουμε…. Φώναξε χαρωπά η Κάντυ και όλοι έτρεξαν μεταφέροντάς τέσσερεις ίδιες κούρσες στη μικρή λίμνη.
   Όταν φτάσαν ήταν ήδη αργά, και η νύχτα είχε απλωθεί παντού, κάνοντάς τους να βλέπουν με δυσκολία πού πατάνε. Ήταν όμως αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν την νέα εφεύρεση του Στήαρ. Το τοπίο ωστόσο ήταν υπέροχο. Η ίδια μυρωδιά βρεγμένου χόρτου, σε συνδυασμό με τον ήχο του καταρράκτη και τις πυγολαμπίδες να περιφέρονται εδώ και κει, δημιουργούσε μια οπτικοακουστικοσφρητική εικόνα βγαλμένη από παραμύθι. Έριξαν τις βάρκες που έμοιαζαν με θαλάσσιες Ferrari μέσα στο νερό και τώρα είχε σειρά να τους εξηγήσει πως λειτουργούν, ο δημιουργός τους.
-Αυτό είναι το τιμόνι, είπε δείχνοντας έναν πλαστικό κύκλο στο μπροστινό μέρος της θέσης, με αυτό το πετάλι η κούρσα κινείται σαν θαλάσσιο ποδήλατο και για να το σταματήσεις τραβάς αυτό το μοχλό στα δεξιά.
-Εμ, Στήαρ, είσαι σίγουρος πως δεν θα βρεθούμε στον πάτο με αυτό το πράγμα…????
-Άρτσιιιιιιιιιιιιιιι…………..!!!!!!!!!!!!
    Σε λίγο ο καθένας ήταν μέσα στην κούρσα του και δοκίμαζε να την χειριστεί. Η Κάντυ αποδείχτηκε αυθεντία. Έθεσαν τους όρους του αγώνα, πήραν θέσεις και ξεκίνησαν. Η απόσταση ήταν μικρή, απ’ την μία άκρη εώς την άλλη της μικρής λίμνης, έτσι όλοι έπρεπε να βάλουν όλη τους τη δύναμη για να νικήσουν. Η φύση τους έκανε το παιχνίδι πιο διασκεδαστικό, καθώς έβαζε φυσικά υδρόβια εμπόδια στο δρόμο τους καθενός. Νούφαρα, βραχάκια, απότομο ρεύμα και πάπιες εμφανιζόταν μπροστά σου εκεί που δεν το περίμενες. Πρώτος στην απέναντι όχθη έφτασε ο Άντονυ, καθαρά από τύχη, με διαφορά, και τελευταίος ο Άρτσι ,μουσκεμένος σαν τις πάπιες που σχεδόν πάτησε, και όλο γκρίνιαζε πως ο Στήαρ τον αδίκησε δίνοντάς του την χαλασμένη βάρκα. Ο καυγάς ανάμεσα στα δυο αδέρφια αναζωπυρωνόταν και κανείς δεν πρόσεξε την οχιά που σερνόταν αθόρυβα δίπλα στο πόδι του Άντονυ. Το φεγγάρι εκείνη τη νύχτα δεν είχε βγει για να ξεσκεπάσει τον γλοιώδη επισκέπτη και οι πυγολαμπίδες τρομαγμένες απομακρύνθηκαν από κείνο το σημείο.! Όλα εξελίχθηκαν ραγδαία… Το φίδι δάγκωσε τον αστράγαλο του νεαρού, κάνοντάς τον να ουρλιάξει πονεμένα και να πέσει κάτω απ’ τον πόνο του δηλητηρίου που εισβάλει στο αίμα. Όλα πάγωσαν. Ο Στήαρ σκότωσε γρήγορα το θανάσιμο ερπετό και μετέφερε με τον Άρτσι τον ξαδερφό τους στο σπίτι, με την Κάντυ δίπλα τους να κλαίει και να προσπαθεί να μιλήσει στον Άντονυ, που σχεδόν ήταν αναίσθητος.
 Η νύχτα ήταν άσχημη, και κράτησε για όλους αιώνια!!!! Άλλοι αγωνιούσαν, άλλοι έβλεπαν φρικτούς εφιάλτες και άλλοι σκεφτόταν την χειρότερη κατάληξη για τον νεαρό. Η Κάντυ κοιμήθηκε σε έναν ανήσυχο και γεμάτο φαντάσματα ύπνο… Τα καμώματα της νύχτας όμως τα βλέπει η μέρα και γελά, γι’ αυτό περίμεναν όλοι πως το ξημέρωμα θα φέρει χαρμόσυνα νέα. Ο Ύπνος πέρασε πάνω απ’ τον καθένα θέλοντας να τους ανακουφίσει, και κυρίως τον πονεμένο νέο που σπάραζε απ’ τον πόνο και τον πυρετό, και τα φάρμακα και τις ενέσεις του γιατρού. Με ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης και κουνώντας ρυθμικά τα μεταξένια φτερά του, νανούρισε και έδιωξε κάθε πάθος απ’ τον Άντονυ, ενώ σε όλους τους άλλους δεν κατέβαλε τέτοια προσπάθεια να προσφέρει ένα ήρεμο βράδυ. Απλά τους έστειλε στη χώρα του …
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τρίτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:05 pm

****************************
    «Κάντυυυυυυυυυυυυυ…. Κάααααντυ, πού είσαι»….?????μια απόκοσμη φωνή ακουγόταν, ερχόταν από ένα μικρό κορίτσι, γνώριμος ήχος για την Κάντυ, γνώριμη η αγωνία που ακουγόταν, γνώριμη η αγάπη στο πρόσωπο του παιδιού που φώναζε… Εκεί το βάθος ένα μαυρομάλλικο κορίτσι, με άσπρο όμορφο δέρμα και στολισμένο κατάλευκο φόρεμα φώναζε την μικρή Κάντυ, που πριν λίγο είχε δοκιμάσει λαίμαργα ένα απ’ τα ονειροφρούτα στη χώρα του ύπνου.
«Άννυυυυυυυυυυυυ….. εδώωω είμαι, εδώ» η Κάντυ άρχισε να τρέχει να φτάσει την μικρή και συγχυσμένη από κάτι φίλη της, αλλά έτρεχε πολύ πολύ αργά, και όσο περισσότερο προσπαθούσε ένοιωθε τα πόδια της ακόμα πιο βαριά και δυσκίνητα. Τότε η Άννυ σταμάτησε να τρέχει, έμεινε ακίνητη σαν στήλη άλατος να κοιτάει την Κάντυ που έτρεχε ιδρωμένη να την φτάσει. Τότε η Κάντυ άκουσε ένα κλάμα δίπλα της και γύρισε να κοιτάξει… Ήταν η Άννυ πάλι, γονατισμένη κλαίγοντας μέσα στα χέρια της. Το φόρεμά της ήταν σκισμένο και γεμάτο αίματα, ενώ στη θέση της προηγούμενης Άννυ δεν υπήρχε τίποτα! Τότε το κορίτσι που είχε μπροστά της η Κάντυ, σηκώθηκε και έβγαλε το πρόσωπό του απ’ τα χέρια του, αφήνοντας να αποκαλυφθούν δυο παγερά μάτια. Αυτή δεν ήταν η μικρή Άννυ, ήταν πιο ψιλή, και το βλέμμα της θύμιζε περισσότερο κάποιον άλλον, κάποιον που σκεφτόταν μόνο σατανικά… την Ελίζα. «Χαχαχχαχαχα….» Ένα τρομακτικό γέλιο βγήκε απ’ το στόμα της Άννυ, που όμως είχε τον τόνο της Ελίζας… «Χαχαχαχαχαχα…..» ακούστηκε πάλι το γέλιο και το κουρελοφορεμένο φάντασμα έσπρωξε με δύναμη την Κάντυ, κάνοντάς την να πέσει σε μια μέχρι τότε ανύπαρκτη τρύπα, μαύρη και χωρίς πάτο. «Όχιιιιιιιιιιιιιι….» έβγαλε μια απεγνωσμένη κραυγή η τρομαγμένη φακιδομούρα που ένοιωθε τον εαυτό της να χάνεται, να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο χάος…. ώσπου έπεσε μέσα στα παγωμένα νερά μιας λίμνης, της λίμνης που επισκέφτηκε σήμερα. Τα έβλεπε όλα ξανά απ’ την αρχή, την αγκαλιά του Άντονυ, τον αγώνα με τις κούρσες… και το δάγκωμα της οχιάς. Τότε η Κάντυ πήγε να φωνάξει, άπλωσε το χέρι της να πιάσει τον αγαπημένο της Άντονυ που έπεφτε και εξαφανιζόταν μαζί με όλες τις άλλες φιγούρες, αλλά μάταια…. Το νερό άρχισε να παγώνει και τα άκρα της ακινητοποιήθηκαν. Η ανάσα της χάνοταν και φοβόταν πως τώρα θα πέθαινε, μόνη της εκεί μέσα στον πάγο και το χάος. Τότε όμως ένοιωσε μια ζεστασιά να έρχεται προς το μέρος της, κάτι φωτεινό σαν ήλιος. Άνοιξε τα μάτια της και βρισκόταν εκεί, στον κήπο με τα τριαντάφυλλα, μόνη της, δίπλα στην γλυκιά Κάντυ. Ξάφνου είδε και μια άλλη φιγούρα να την πλησιάζει, που όμως δεν της προκαλούσε τρόμο, ίσα ίσα, την έκανε να νοιώθει ανακούφιση. Ήταν η μητέρα του Άντονυ… τα χείλια της κάτι έλεγαν, χωρίς όμως να βγαίνει καμία φωνή. Μόνο κάτι λίγο μπόρεσε να διαβάσει: «θα σε προσέχω, να μη φοβάσαι μικρή μου….»

                       ****************************
  -Εντάξει όλα έτοιμα…..!
-Χεχεχε, υπέροχα, είναι τόσο τέλειο… Αυτή τη φορά σίγουρα δεν θα γυρίσει πίσω… ακόμα και να το θέλει! Το σχέδιο είναι τόσο τέλειο….
-Σουτ, ξυπνάει, κρύψου, ετοιμάσου….
Ήταν ξημερώματα, πολύ νωρίς το πρωί, και δυο καθάρματα είχαν ξυπνήσει εδώ και πολύ ώρα, με στόχο να διώξουν μια και καλή την Κάντυ απ’ τη ζωή τον Άρντλεϋ… Με τα μάτια τους να στάζουν φωτιές, κοίταζαν ρουφώντας την κάθε στιγμή της νίκης τους σαν αίμα, ανάμεσα στην κάλυψη που τους πρόσφεραν τα πυκνά φύλλα του μικρού θάμνου. Τα πάντα δούλεψαν με ακρίβεια…. Η Κάντυ άνοιξε το παράθυρο να καλημερίσει τη φύση και μια πήλινη γλάστρα έπεσε στο κεφάλι της, κάνοντάς την να χάσει την ισορροπία της και να πέσει απ’ το παράθυρο σε ένα χοντρό πανί. Τα δυο χαιρέκακα αδέρφια, γελώντας θριαμβευτικά έτρεξαν και μετέφεραν τον μπόγο σε μια άμαξα, που ο καλοπληρωμένος οδηγός μετέφερε σε ένα μακρινό μέρος. Η νίκη πλέον τους ανήκε, και καθώς κοίταζαν το καρότσι  να απομακρύνεται προς τον ορίζοντα ένοιωθαν ακόμα περισσότερο το μίσος και τον φθόνο να αναζωπυρώνεται μέσα τους. Το κορίτσι με τα καστανοκόκκινα μαλλιά γέλασε σατανικά και χαιρέτησε την Κάντυ στάζοντας δηλητήριο: «Καλά να περάσεις εκεί που θα πας…. Φτωχούλα μου.» «Ναι, μην σκεφτείς να μας ξαναγυρίσεις….χαχαχαχα» έσπευσε να χαιρετήσει και ο Νηλ. Και μέσα στην χαρά του μίσους δεν πρόσεξε κανείς την γυναικεία φιγούρα που ακολουθούσε νοερά το κάρο……
                       ****************************
-Συνέρχεται, συνέρχεται….. μην τον φωνάξετε με το όνομά του αμέσως, μπορεί να τρομάξει.
Δυο μπλε ωκεανοί συνερχόταν σιγανά απ’ τη βαριά χτεσινοβραδινή φουρτούνα. Το νερό ακόμα ήταν ανακατεμένο και διέκρινε θολά ο νεαρός τέσσερα πρόσωπα. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύ ώρα για να ηρεμήσουν τα νερά και μπροστά του είδε τον γιατρό πρώτα, την θεία Ελρόυ, τον Άρτσι και τον Στήαρ να τον κοιτάν χαρούμενοι.
-Τι… ποιος…. Είναι πρωί????....
-Άντονυυυυυυυυυ ναιιιιιιιιιιιι!!!!! Είναι καλάααααα!!!!!
Τα δυο αδέρφια άρχισαν να ταρακουνιούνται μεταξύ τους χαρούμενα, και παντού μέσα στο δωμάτιο ακουγόταν φράσεις ανακούφισης όπως: « δόξα το Θεό», « γιουχου, ζει!!!!», «μας κοψοχώλιασε»…. Η θεία έκανε συνεχώς το σταυρό της και ο γιατρός άλλαξε την γάζα με το φάρμακο στο πόδι του νεαρού που κοιτούσε προσπαθώντας να συνηθίσει το περιβάλλον.
-Τώρα κ. Ελρόυ, θα προσέχετε να μην πιέζει πολύ το πόδι του, να μην χτυπήσει και να πίνει πολύ νερό. Κάθε πρωί θα του αλλάζω το φάρμακο ώστε να σιγουρευτούμε πως δεν έμεινε ούτε ίχνος απ’ αυτήν την ισχυρή κόμπρα. Κύριοι, κυρία μου, χαίρετε και καλή ανάρρωση….
Ο ευγενικός γιατρός πήρε την τσάντα με τα εργαλεία του, φόρεσε το καπέλο του και άνοιξε την πόρτα να φύγει, όταν μπήκε μέσα στο δωμάτιο η Ελίζα, και πίσω της ο Τζων λαχανιασμένος.
-Άντονυυυυυ…. Αχ είσαι καλά, κόντεψα να πεθάνω απ’ το άγχος μου, είπε η Ελίζα τρέχοντας δίπλα στον Άντονυ.
-κ. Ελρόυ, ψάξαμε παντού, δυστυχώς η δεσποινίς Κάντυ χάθηκε!!!! Βρήκαμε μόνο πάνω στο κρεβάτι της ένα σημείωμα… είπε ο Τζων τείνοντας το χαρτί προς τη θεία.


Αγαπητοί Άρντλεϋ….
Φεύγω… μην με ψάξετε πουθενά, δεν θα γυρίσω πίσω!!! Όλες τις συμφορές εγώ τις έφερα, και εγώ φταίω για ό,τι πάθατε όλοι και ειδικά ο Άντονυ ….αν καταφέρω να ζήσω με τις τύψεις, να ξέρετε πως δεν θα γυρίσω ΠΟΤΕ!

-Ω, Τζων…. Τι λέει??? Πώς μπορεί???? Η θεία Ελρόυ που είχε αρχίσει να συμπαθεί την μικρή Κάντυ έπεσε απ’ τα σύννεφα και σωριάστηκε στην πιο κοντινή πολυθρόνα. Ο Τζων με το γιατρό προσπαθούσαν να σταματήσουν τα δυο μανιασμένα αδέρφια. Ο Άντονυ σε μια προσπάθεια να σηκωθεί, έπεσε πάλι στο κρεβάτι του ζαλισμένος, με το κεφάλι της Ελίζα να γυρίζει πάνω απ’ το δικό του. Στο κεφάλι του ωστόσο αντηχούσε μόνο ένα πράγμα….:
      Θα σε βρω Κάντυ…



                       ****************************
  Γκντουπ γκντουπ γκντουπ……
Οι ξύλινες ρόδες χτύπαγαν πάνω στα ξερά χαλίκια της διψασμένης γης…
  Γκντουπ γκντουπ γκντουπ……
Ο ιδρώτας έπεφτε σε σταγόνες πάνω στα ξερά χαλίκια της διψασμένης γης……
  Γκντουπ γκντουπ γκντουπ…..
Οι αλμυρές σταγόνες δεν προλάβαιναν καλά καλά να ακουμπήσουν το καυτό έδαφος και μετατρέπονταν με έναν συριστικό ήχο σε ατμό…..
Το κεφάλι της Κάντυ πόναγε και ήταν μούσκεμα απ’ τον ιδρώτα και βρώμικο απ’ τη σκόνη που άφηνε πίσω του το κάρο. Μόλις είχε συνέρθει απ’ το φοβερό της πέσιμο…. αλλά πρέπει να είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε…. Μία, δύο, τρεις μέρες… Όχι παραπάνω σίγουρα!!!! Με κόπο ανασήκωσε το βλέμμα της να κοιτάξει που βρίσκεται. Όλα της φάνηκαν ίδια, παντού η ίδια ραγισμένη γη, κίτρινη απ’ τον καυτό ήλιο με τα λίγα χαλίκια να σπάνε εδώ και κει ερχόμενα σε επαφή με τις σκληρές ρόδες. Λίγο πιο πέρα απ’ τα δυο μέτρα, η όραση γινόταν δύσκολη καθώς κάτω από τέτοιες υψηλές θερμοκρασίες το οπτικό πεδίο ήταν σαν να κοιτάς μέσα από ένα ζελωειδές παράθυρο, κάτι που σε έκανε να ζαλίζεσαι αν το κοίταγες για πολύ ώρα. Πού και πού εμφανιζόταν ένας κάκτος, άλλος ξεραμένος και καφέ, σαν σκόνη συμπυκνωμένη, και άλλος πράσινος και μεγαλοπρεπής, με τα μυτερά του αγκάθια να ξεπροβάλουν απειλητικά. Πάντως το συμπέρασμα ήταν ένα: νερό υπήρχε πολύ πολύ βαθιά, τόσο που μόνο αυτοί οι τεράστιοι κάκτοι με τις δαιδαλώδεις ρίζες μπορούσαν να το φτάσουν. Και αν σκεφτεί κανείς ότι οι κάκτοι έχουν έτσι κι αλλιώς βαθιές ρίζες τότε μπορεί να καταλάβει πραγματικά πόσο βαθιά πρέπει να είναι το νερό για να μη το φτάνουν οι υπόλοιποι κάκτοι. Το κακό ήταν ότι τα δυο σατανικά αδέρφια βρήκαν την κατάλληλη εποχή να στείλουν την Κάντυ να περάσει  μέσα από εκείνη την… ερημική περιοχή. Καλοκαίρι. Η Κάντυ πρώτη φορά ένοιωσε τα πάντα μέσα της να καταρρέουν, πρώτη φορά τα παράτησε και έπεσε πίσω με φόρα, αφήνοντας τα λιγοστά δάκρια που είχαν απομείνει να τρέξουν και να αναμειχτούν με τη σκόνη και τον ιδρώτα του προσώπου της.
   Πλησίαζε απογευματάκι… Ο ήλιος σιγά σιγά αποχωρούσε για το παλάτι του, παραδίδοντας τη θέση του στη σελήνη. Αν η μικρή Κάντυ δεν ήταν τόσο εξαντλημένη θα μπορούσε να θαυμάσει το υπέροχο τοπίο του κοκκινωπού ουρανού που ανακλούσε τα χρώματά του στο λείο έδαφος. Τότε το μικρό αμαξάκι πέρασε κάτω από μια σκιά, κάνοντας την Κάντυ να νοιώσει επιτέλους λίγο ανακούφιση απ’ την ανυπόφορη ζέστη. Ακούστηκε το χλιμίντρισμα των δύο αλόγων και οι ρόδες σταμάτησαν να κυλούν. Ο οδηγός δεν είχε το κουράγιο να τους φωνάξει να σταματήσουν, πόσο μάλλον να ειδοποιήσει την Κάντυ να κατεβεί για να πιει νερό… Πήγε μόνο στην πίσω μεριά και της έκανε νόημα να ρθει. Η μικρή κοπελίτσα σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια, μόνο και μόνο γιατί ήξερε πόσο ανάγκη έχει το νερό. Πήγε κατευθείαν στο μπροστινό μέρος του κάρου, εκεί που ήταν δεμένα τα άλογα. Ο οδηγός τους έδινε να πιουν απ’ το νερό του βαρελιού. Ευτυχώς για όλους είχαν μπόλικο απόθεμα και η ερημώδης έκταση ήταν πολύ μικρή. Έδειξε στην Κάντυ το κύπελλο και το ανοιχτό βαρέλι και εκείνη το γέμισε και ήπιε σιγανά τρεις φορές για να ξεδιψάσει. Όταν τέλειωσε ένοιωθε το στομάχι της τόσο βαρύ, που δεν μπορούσε να το σηκώσει. Σιγά σιγά η ματιά της ξεθόλωνε και σήκωσε το κεφάλι της για να δει ένα ψηλό και απότομο βουνό που διέκοπτε την επαφή τους με τον ήλιο. Τίποτα άλλο δεν διέκρινε… Ο ήλιος είχε βυθιστεί πίσω στα κύματα του ορίζοντα, αλλά το φως παρέμενα ψηλά. Γύρισε και κοίταξε τον οδηγό, που ακόμα δεν τον είχε δει να πίνει νερό, αλλά συνέχιζε να φροντίζει και να χαϊδεύει τα δύο μεγαλόσωμα και τριχωτά άλογα. Ήταν και τα δυο άγρια άλογα, ψηλά και λεβέντικα, με πολλές τρίχες στις οπλές τους που τα έκανε να φαίνονται σαν αν φοράνε μεγάλα αλογίσια παπούτσια. Η χαίτη τους ήταν μακριά και άφθονη, δίνοντάς τους στυλ και κάνοντας τα να μοιάζουν με κυρίες του β. πόλου έτοιμες για βολτίτσα. Το ένα ήταν άσπρο-κάστανο με σχήματα στο σώμα του σαν αγελάδας, ενώ το άλλο ήταν κοκκινωπό με άσπρη χαίτη, ουρά και παπούτσια. Και τα δυο τους ήταν πανέμορφα και φαινόταν να αγαπάνε πολύ τον αφέντη τους αφού όση ώρα τα φρόντιζε έβγαζαν χαρούμενα χλιμιντρίσματα και σήκωναν ψηλά τα κεφάλια τους για να τους χαϊδέψει στο λαιμό. Αφού χόρτασαν χάδια, τους χαλάρωσε τα χαλινάρια και τη σέλα ,γύρισε να κοιτάξει την Κάντυ που τόση ώρα είχε στυλώσει και παρακολουθούσε την τρυφερή σκηνή.
-Κοριτσάκι ξεδίψασες…..????
Η Κάντυ, σαν να ξύπνησε από λήθαργο σήκωσε το κεφάλι της σαν να μην είχε ακούσει καλά. Η φωνή που βγήκε απ’ το στόμα του άντρα ακουγόταν κελαριστή και καθαρή, ακόμα και μέσα στη σκόνη και τη ζέστα. Δεν πρέπει να ‘ναι μεγάλος….. Και φαίνεται καλός άνθρωπος, απορώ γιατί δέχτηκε να με πάρει.?!?!?!?!?!? Εκείνος, αφού δεν έβλεπε απάντηση, ανασήκωσε χαμογελαστός τους ώμους του και προσπέρασε την Κάντυ για να πάει να πιει νερό. Η Κάντυ βρήκε ευκαιρία να πλησιάσει τα όμορφα άτια, που εκείνη τη στιγμή έπαιζαν μεταξύ τους, τραβώντας πότε τη χαίτη και πότε ψιλοδαγκώνοντας το αφτί του άλλου. Όταν την είδαν να στέκεται δίπλα τους σταμάτησαν απότομα και κάθισαν στρατιωτάκια να την κοιτάζουν. Το κόκκινο άπλωσε τη μύτη του και τη μύρισε, γαργαλώντας την στο λαιμό. Έτσι η Κάντυ βρήκε πάλι το γελάκι της, και άρχισε να τα χαϊδεύει λέγοντας τους γλυκόλογα. Αυτά μάλωναν ποιο θα πάρει τα πιο πολλά και χτυπιούνταν μεταξύ τους, κάνοντας την μικρούλα να γελάει ακόμα πιο πολύ.
-Έι…. Σε συμπάθησαν πολύ γρήγορα… σπάνιο!
Ο οδηγός πλησίαζε προς το μέρος της Κάντυ σκουπίζοντας το νερό απ’ το πρόσωπό του. Τα ρούχα του ήταν διαφορετικά από πριν, μάλλον είχε πλυθεί και αλλάξει όση ώρα η Κάντυ έπαιζε με τα δυο άλογα. Όταν τελικά η Κάντυ κατάφερε να δει το πρόσωπό του της φάνηκε πολύ όμορφο και νεανικό, παρ’ όλες τις γρατζουνιές. Του χαμογέλασε και γύρισε να συνεχίσει να χαϊδεύει τα δυο ζιζάνια.
-Ναι είναι και τα δυο πολύ όμορφα… Δικά σου είναι????
Η απάντηση δεν ήρθε γρήγορα… ο νεαρός τώρα είχε άλλη δουλειά. Έβγαλε το καπέλο του και σκούπισε τα μαύρα μαλλιά του προσπαθώντας να ανακουφίσει τον εαυτό του. Αν τον έβλεπε καλά η Ελίζα τότε θα ζητούσε να απαγάγει αυτή, όχι εμένα…. Σκέφτηκε η Κάντυ κρυφογελώντας.
-Λεπόν… δικά μου είναι και τα δυο. Είναι αδέρφια, αγόρια βέβαια, ταξιδεύουμε και οι τρεις μας όπου μας στείλουν. Ο κόκκινος είναι ο Διομήδης και ο αγελαδινός είναι ο Φίλιππος. Είναι ελληνικά ονόματα, μπορεί να μην τα χεις ξανακούσει, αλλά έτσι τα φώναξε ένας γέρος παππούς στη φτωχογειτονιά που έμενα, μου έκαναν εντύπωση και τα κράτησα. Μεγαλύτερος είναι ο Φίλιππος, νομίζω φαίνεται, είναι πιο ήρεμος…. Σχετικά πάντα, είπε κοιτάζοντας το καστανόλευκο άλογο και κλείνοντάς του το μάτι. Εκείνο χλιμίντρισε τάχα παραπονιάρικα. Τότε και οι δυο τους γέλασαν με την καρδιά τους.
-Εμ… κοριτσάκι θα κάτσουμε εδώ, σε μια σπηλιά… δεν πιστεύω να φοβάσαι τις νυχτερίδες. Αν ναι τότε κάτσε έξω με τους ληστές. Γρήγορα γρήγορα ο νεαρός έκρυψε το κάρο σε μια εσοχή του βράχου και πήρε τα δυο άλογα για να τα πάει στη κρυμμένη σπηλιά. Η Κάντυ από πίσω του τους ακολουθούσε τρομαγμένη απ’ την αναφορά του στους ληστές, μιας και είχε κακά προηγούμενα .Έστριβαν συνεχώς, ακολουθώντας έναν δρόμο με καμπύλες, ψηλό αλλά στενό τόσο στενό που αναγκάζονταν να πάνε τα δυο άλογα το ένα πίσω απ’ το άλλο. Το φως άρχισε να λιγοστεύει και η μικρή κοπέλα έτριψε φοβισμένη τους ώμους της, κάνοντας τον οδηγό να γυρίσει και να την κοιτάξει επιδοκιμαστικά, ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι…
  Μετά από αρκετό περπάτημα στα σκοτεινά άρχισε να φαίνεται αμυδρά φως. Τότε έφτασαν σε μια τρύπα στο κοφτερό βουνό, μια σπηλιά που φωτιζόταν απ’ το λιγοστό φως που είχε απομείνει και είχε θέα σε όλη τη περιοχή, μη αφήνοντας όμως κανέναν άλλον να τη διακρίνει καθώς ήταν ανάμεσα σε δυο κοφτερούς βράχους και πίσω από έναν λόφο. Η Κάντυ εντυπωσιάστηκε με αυτό το έργο της φύσης. Ο νεαρός έβαλε τα άλογα να ξεκουραστούν λίγο πιο πέρα, σε μια μικρότερη περιοχή της σπηλιάς. Η Κάντυ άκουγε τα καληνυχτίσματά τους και σκεφτόταν πόσο πολύ πρέπει να τα αγαπάει. Τις σκέψεις της διέκοψε ο ήχος από σπίθες. Γύρισε απότομα και είδε τον νεαρό άντρα σκυμμένο πάνω από μια στοίβα ξερά ξύλα να τρίβει δυο τσακμακόπετρες.
-Βουαλά… είπε σαν ταχυδακτυλουργός πετυχαίνοντας να ανάψει τα ξύλα. Το πρόσωπό του φωτίστηκε από περηφάνια. Έδωσε μια κουβέρτα στην Κάντυ και ξάπλωσε και αυτός στη δική του. Όταν είδε όμως πως η μικρούλα παρέμεινε καθιστή να κοιτάζει το νυχτερινό ουρανό, ανασηκώθηκε παλεύοντας να μείνει με ανοιχτά μάτια. Δεν ήθελε να δείξει πιο αδύναμος από ένα μικρό κοριτσάκι!!!!
-Δεν έχεις οικογένεια μικρούλα….?
Η Κάντυ ξαφνιάστηκε απ’ την απότομη ερώτηση.
-Όχι δεν… δηλαδή είμαι ορφανή αλλά με υιοθέτησε η οικογένεια που έχει αυτό το σπίτι που ήρθες να με πάρεις.
-Α, οι Άρντλεϋ… Μα καλά τότε, γιατί με πλήρωσαν να σε πάρω μακριά??? Το παρλαπίπικο κορίτσι μου έλεγε ένα σωρό ιστορίες για σένα, μου ρχόταν να της πετάξω το πέταλο στο στόμα να ησυχάσει.
-Χαχαχαχα…. Η Ελίζα και ο Νηλ που είδες δεν με συμπαθούν καθόλου και πάντα προσπαθούν να με διώξουν… Φαίνεται αυτή τη φορά το κατάφεραν.
-Χμ… καλά, εγώ στη θέση σου θα ήμουν ευγνώμων που μου πλήρωσαν και τη μεταφορά. Δεν θα άντεχα λεπτό με αυτό το κορίτσι!
Δεν μπορεί να καταλάβει καθόλου… Εκτός κι αν…..
-Ναι… αλλά βλέπεις ο λόγος που μένω εκεί τόσο καιρό… είναι ένα αγόρι…
-Αααα πες έτσι… σε παρακαλώ όμως μη συνεχίζεις! Το ονοματάκι σου?
-Κάντυ-Κάντυ, Κάντυ Γουάιτ .
-Μάλιστα Κάντυ-Κάντυ-Κάντυ Γουάιτ. Το δικό μου δεν είναι τόσο μεγάλο, με λένε Άρθουρ αλλά με φωνάζουν Άρτι. Χάρηκα… Λοιπόν δεν έχεις σκοπό να κοιμηθείς???
-Εμ… Δε νυστάζω τόσο πολύ.
-Λογικό το βρίσκω, κοιμόσουν πέντε μέρες. Κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι πέθανες αλλά ροχάλιζες μετά οπότε….
Πέντε μέρες???? Μα τόσο πολύ…. Μάλλον η έλλιψη νερού και γιατρού, ήμουν στεναχωρημένη και με τον Άντονυ. Αχ, αλήθεια τι κάνει ο καλός μου Άντονυ????....
Ο Άρτι κούνησε το κεφάλι του και ξανασκεπάστηκε, πέφτοντας με ανακούφιση πάνω στην κουβέρτα. Αχ, Θεέ μου… Τι κορίτσι είναι αυτό???....
-Καληνύχτα Άρτι….
-Μμμ…
Εκείνη τη νύχτα η Κάντυ δεν κοιμήθηκε, αλλά χόρταινε τον ξάστερο ουρανό… Κοίταζε τα αστέρια, όπως τα κοίταζε και ο Άντονυ εκείνη τη στιγμή ξαπλωμένος και αδύναμος ακόμα στο κρεβάτι του….
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τρίτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:08 pm

Ψίθυροι… Σαν ψίθυροι ακουγόταν από μακριά οι φωνές. Η Κάντυ συνερχόταν σιγά-σιγά απ’ το βραδινό ύπνο και συνειδητοποιούσε ότι το φεγγάρι σχεδόν είχε δύσει, ενώ απ’ την άλλη μεριά του ουρανού είχαν αρχίσει να ξεπροβάλουν ντροπαλά κοκκινόχρωμες ηλιαχτίδες. Το νυχτιάτικο κρύο της χάρισε έναν γλυκό ύπνο κάτω απ’ τα ζεστά σκεπάσματα, κοντά στα μισοσβησμένα κάρβουνα. Τέντωσε το σώμα της για να ξεπιαστεί και τότε άρχισαν να καθαρίζουν οι απόκοσμοι ψίθυροι. Μυρωδιά ξαναζεσταμένου ψωμιού ήρθε στη μύτη της, δίνοντας της την δύναμη που χρειαζόταν για να απελευθερωθεί απ’ τα δεσμά του Ύπνου. Χασμουρήθηκε και έτριψε τα μάτια της. Το φως πλέον είχε γίνει δυνατό και ενοχλητικό, αναγκάζοντάς την να ξυπνήσει επιτέλους! Πάνω απ’ το κεφάλι της διέκρινε δυο μεγάλα ρουθούνια αλόγου, που τη φύσηξαν με δύναμη. Έτσι κατάφερε να σηκωθεί, αν όχι και με τον καλύτερο τρόπο, η μικρή Κάντυ.
-Άντε, καιρός ήταν. Φάε το ψωμί σου και πάμε να φύγουμε. Δεν θέλω να μας βρει ο καύσωνας ενώ μπορούμε να τον αποφύγουμε!!!...
-Απφφφφ… Ωραία με ξύπνησε το άλογό σου…
-Χαχαχαχαχαχαχα… Βγαίνει κι από πάνω Φίλιππε!!!! Της δίνεις τώρα την κλοτσιά που έλεγα…?
Το νεαρό άλογο χλιμίντρισε κοροϊδευτικά ενώ ο αδερφός του είχε σηκωθεί στα δυο πισινά του πόδια και φώναζε ηγετικά να προχωρήσουν.
-Λοιπόν, μην αργήσεις πολύ. Αν βαρεθούμε να περιμένουμε να ξέρεις… Δεν το χω σε τίποτα να σε παρατήσω εδώ.
-Έννοια σου εσένα, πρώτη θα φτάσω κάτω!...
  Με αυτά τα λόγια, οι τέσσερεις συνταξιδιώτες ακολούθησαν την ίδια διαδρομή, ανάμεσα σε στενούς διαδρόμους, πέτρες και τρύπες. Αυτή τη φορά, στην Κάντυ φάνηκε πιο εύκολο, μιας και είχαν τη συμπαθητική συνοδεία του ήλιου να τους φωτίζει τα βήματα, ενώ στον Άρτι, η ίδια ανιαρή υποχρεωτική πορεία. Μέχρι να φτάσουν τελικά στο ανοιχτό έδαφος τα δυο ζαβολιάρικα άλογα είχαν ανταλλάξει αμέτρητα χτυπήματα. Λίγο πριν την έξοδο, ο νεαρός οδηγός έφραξε το δρόμο απότομα. Η Κάντυ, όπως πάντα, άνοιξε το στόμα της να παραπονεθεί, έφαγε όμως την ουρά του Διομήδη που, ακόμα και ζώο, κατάλαβε τι προκάλεσε στον αφέντη του αυτή την αντίδραση. Με σιγανά και προσεκτικά βήματα, βγήκαν αθόρυβα έξω οι τέσσερεις τους, για να αντικρίσουν αυτό που απέφυγαν:
   Τρεις οπλοφορεμένοι ληστές, τύφλα στο μεθύσι, κοιμόταν κατάχαμα στο ζεστό έδαφος.
Ο Άρτι πλησίασε σαν γάτος στο αφτί της Κάντυ.
-Ανέβα στο κάρο και άσε τα άλογα να οδηγούν. Θα πάρω τα όπλα τους. Όταν σταματήσουν να προχωρούν θα βρίσκεστε στο σημείο που θα ρθω. Αν αργήσω, πέθανα…
Η μικρή κοπέλα κοίταξε τρομαγμένη τον συνομιλητή της, θέλοντας να τον βοηθήσει, όχι να το σκάσει. Το αποφασισμένο βλέμμα του όμως έδειχνε πως δε χωρούσε συμβιβασμούς. Κοίταξε μία το κάρο που είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται σιωπηλά, και μία τον νεαρό. Του έριξε μια ματιά συγκατάνευσης και έφυγε για την άμαξα.
                       ****************************
   Δεν είχε περάσει πολύ ώρα που η Κάντυ περίμενε παρέα με τα άτια σε ετοιμότητα, όταν ακούστηκαν πίσω της πυροβολισμοί.
-Άρτι… ψιθύρισε φοβισμένη.
Τα δυο άλογα ,αντιθέτως, συνέχισαν να στέκονται αμέριμνα. Ο Φίλιππος μάλιστα, βλέποντα την ανησυχία της κοπέλας, χλιμίντρισε καθησυχαστικά δείχνοντάς της τα μεγάλα λευκά δόντια του. Ίσα που δεν έβαλε τα γέλια η μικρή, όταν ένας κρότος απ’ την οροφή της άμαξας της έκοψε την ανάσα. Αμέσως τα σανίδια έσπασαν, και δίπλα στην Κάντυ έπεσε μέσα στις σκόνες ο μαυρομάλλης νεαρός. Φαινόταν να χει τα κέφια του. Ξεκούμπωσε το πουκάμισό του γελώντας ξεκαρδιστικά και από μέσα έπεσαν πέντε οκτάσφαιρα και ένα μαχαίρι.
-Ιδού οι αναμνήσεις από μια ευχάριστη πρωινή συμπλοκή, μαντάμ Κάντυ- Κάντυ-Κάντυ Γουάιτ.
Η μικρή φακιδομούρα, που προσπαθούσε ακόμα να συνέρθει από τις απανωτές εκπλήξεις, κοίταζε με απέχθεια τα όπλα. Γύρισε να δει τον χαρωπό νεαρό, επικεντρώνοντας την προσοχή της στο ματωμένο του μουσάκι, που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά παρέα με το μικρό μουστάκι σε κάθε ανάσα του.
-Τι απέγιναν οι….?
-Νεκροί…
  Η Κάντυ είχε μείνει άναυδη με την ευκολία που ο όμορφος νέος ξεστόμισε αυτή τη λέξη. Ήταν σχεδόν σαν να άκουγε ένα κρύο αστείο.
-Εντάξει, δεν θα ριζώσουμε εδώ. Πάμε παλικαρίνες μου…!
   Σε όλη τη διαδρομή, η Κάντυ, προσπαθούσε να καταλάβει το συνταξιδιώτη της.
Φαίνεται πως αυτός εδώ το χει κάνει επάγγελμα και διασκεδάζει να σκοτώνει ανθρώπους. Ωχ Θεούλη μου, λες να έμπλεξα με κάναν έμπορο παιδιών???...
Κοιτώντας τον όμως, δεν έβρισκε τίποτα να την πείσει πως ταξιδεύει με ένα τέτοιο απάνθρωπο… πράγμα.!!! Περήφανο ανάστημα, γεροδεμένο σώμα. Σκουρόχρωμη, σταρένια επιδερμίδα. Τα μαύρα του κοντοκουρεμένα και ανακατωμένα μαλλιά, σε συνδυασμό με τις λιγοστές τρίχες στο νεανικό πρόσωπό του, τον έκαναν να δείχνει ακόμα πιο αρρενωπός. Οι τρεις ρυτίδες, βαθιές πάνω το μέτωπό του, που εμφανιζόταν καθώς έσμιγε τα φρύδια του απ’ τον ήλιο, φανέρωναν ένα άνθρωπο που είχε περάσει ώρες δουλεύοντας κάτω απ’ τον καυτό ήλιο. Όχι, δεν μου θυμίζει καθόλου τέτοιον άνθρωπο. Εξάλλου, αν ήταν έτσι, γιατί σκότωσε όλους αυτούς τους ληστές?!?!?!!?? Δηλαδή, έμεινε πίσω μόνος του… Και είναι και αυτά τα δυο διαόλια! Τα ζώα αγαπάνε τους καλούς ανθρώπους… ή όχι???... Αχ, Χριστούλη μου, βοήθησέ με…!!!!
   Εκεί στα ξαφνικά, η τρομαγμένη Κάντυ, σταύρωσε τις παλάμες τις κάτω απ’ το σκυμμένο πιγούνι της και άρχισε να ψιθυρίζει μια προσευχή. Ο Άρτι, βγήκε από τις δικές του σκέψεις, που τον απασχολούσαν ώρα τώρα, και γύρισε να την κοιτάξει απορημένος. Εκείνη άνοιξε το ένα μάτι, κι όταν αντίκρισε το σαρκαστικό ύφος που την κοίταζε, το ξανάκλεισε πιεστικά. Ο οδηγός, κούνησε ερωτηματικά το κεφάλι του με ένα αινιγματικό χαμόγελο, και αμέσως τράβηξε τα χαλινάρια.
-Έι, φιλάρες… Ώρα για προσευχή, στοοοοπ!
Μπαίνοντας στο νόημα τα δυο πειραχτήρια, κάθισαν κάτω κι έκλεισαν τα μάτια σιγοχλιμιντρίζοντας. Ο Άρτι, πήρε την ίδια στάση με την Κάντυ και άρχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα του. Όταν εκείνη τους κοίταξε ερωτηματικά, αυτός άνοιξε το ένα μάτι και το ξανάκλεισε, όπως ακριβώς η Κάντυ.
-Άρτι… μα τι…?
-Σσσσσσσςςςς… προσευχόμαστε!
-Απφφφφ… Μην με κοροϊδεύετε!!!
Τα δυο άτια ξέσπασαν σε αλογογέλια.
-Αγκρρρρ… Φίλιππε, Διομήδη !!!έκανε αγανακτισμένα η μικρή.
-Τς τς τς… παιδιά, λίγο σεβασμό!!! Αφήστε τον αφέντη σαν να προσευχηθεί για την κακιά συνεπιβάτισσα…
   Τα άλογα επανήρθαν στην πορεία τους, μη σταματώντας όμως να σιγογελούν. Η Κάντυ είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό για μύγες! Αυτός με κατάλαβε και με κοροϊδεύει τώρα!!! Αχ, ηλίθια Κάντυ…!!! χτύπησε το κεφάλι της όπως συνήθως.
-Οκευ… Τι ήθελες να μου πεις τριπλοΚάντυ Γουάιτ…?
-Αχ, γιατί με βασανίζεις?
-Η καχυποψία στοιχειώνει τις ένοχες συνειδήσεις Κάντυ…
-Πες μου…!!
-Γιατί με συγκρίνεις με…. Αχ Θεέ μου! έκανε μιμούμενος τη φωνή της, βάζοντας το χέρι στο μέτωπο σαν αγανακτισμένος ηθοποιός.
  Σιωπή ακολούθησε. Σιωπή που δε διακόπτονταν από τίποτα!!! Όπως οι αστροναύτες ακούν τον παλμό τους στο φεγγάρι, η Κάντυ στην έρημο άκουγε τα χαλίκια να θραύονται κάτω απ’ τις ρόδες. Τελικά βαρέθηκε…
-Εμ, Άρτι… Πού πηγαίνουμε???
-Στο χωριό μου…
-Αα… Εκεί είναι η οικογένειά σου???
-Ναι, εκεί… Θα σου βρω κάπου να μείνεις. Είναι ωραίο χωριό, τα σπίτια φτωχικά αλλά οι άνθρωποι είναι ανοιχτόκαρδοι και φιλόξενοι. Όλους τους νοιώθεις φίλους σου και οικογένειά σου. Βέβαια δεν ξέρω αν θα συμπαθήσουν ένα… αγρίμι σαν και σένα αλλά ντάξει… σίγουρα θα σου δώσουν μια ευκαιρία. Τέλος πάντων, είναι σε αυτό εδώ το βουνό μπροστά μας. Δίπλα έχει ένα δάσος με μικρά ποταμάκια. Να, κοίτα τώρα φτάνουμε…
-Αχ, τι όμορφα…!!!...
    Η Κάντυ δε χόρταινε το μαγευτικό τοπίο. Είχαν αρχίσει να ανεβαίνουνε, μέσα από τακτές απότομες στροφές. Ο φιδίσιος δρόμος, που στους περισσότερους θα προκαλούσε ζαλάδα, στο νεαρό κορίτσι προκαλούσε αυτή την οικία αίσθηση της ζωντάνιας, όπως τότε, στο ορφανοτροφείο. Όση ώρα προβληματιζόταν με την ταυτότητα του νεαρού, η ερημική έκταση είχε μείνει πολύ πίσω. Τώρα έβλεπε από ψηλά ό,τι πέρασαν. Οι ίσκιοι απ’ τα πυκνά πλατάνια δρόσιζαν τους τέσσερεις συνταξιδιώτες και ο ήχος απ’ το θρόισμα των φύλλων σου έδινε ένα αίσθημα γαλήνης και ξεγνοιασιάς. Κάθε λίγο, στον ουρανό εμφανιζόταν κι ένα διαφορετικό πτηνό, μεγάλο η μικρό. Φαλαρίδες, μπεκατσίνια, πάπιες και αγριόχηνες. Πού και πού άκουγαν την κραυγή ενός αετού που ορμούσε και έβλεπαν ψηλά στον ουρανό κανένα γεράκι. Τα κελαηδίσματα τους, τόσο διαφορετικά και ακανόνιστα, έφτιαχναν την τέλεια μελωδία της φύσης. Οι πλαγιές ήταν γεμάτες αγριολούλουδα και μέλισσες, που βουτάνε για να γευτούν το νέκταρ.
-Σε συνεπήρε το τοπίο βλέπω… σχολίασε ο Άρτι, που στο πρόσωπό του είχε σχηματιστεί ένα μεγάλο λαμπερό χαμόγελο.
-Ναι, είναι ό,τι πιο υπέροχο έχω δει… Κι εσένα όμως δεν σε συνεπήρε? Το πρόσωπό σου αστράφτει…!
 Εκείνος της χαμογέλασε κλείνοντας ελάχιστα τα βλέφαρά του.
Κάντυ… Πώς να μην με συνεπάρει? Εδώ είναι το σπίτι μου,, ο τόπος μου! Ξέρεις πόσο καιρό λείπω…??? Κοντεύω να κλείσω χρόνο… Όταν κοιτάζω αυτές τις πλαγιές θυμάμαι όλα τα παιχνίδια που έπαιζα παλιά, όταν δεν έπρεπε να δουλεύω σαν τώρα… Κάπου εδώ κοντά, ήταν που βρήκα το Φίλιππο και το Διομήδη, δυο άγρια πουλάρια χαμένα απ’ την αγέλη τους. Και μετά ρωτάς αν με συνεπήρε, Κάντυ????...
  Τα δυο άλογα, ήταν κι αυτά πολύ ενθουσιασμένα, αφού είχαν ξεχάσει την πείνα τους και έτρεχαν βιαστικά. Αν δεν ήταν το χαλινάρι να τους συγκρατεί σε μια περιορισμένη ταχύτητα, θα είχαν φτάσει ήδη στο χωριό.
  Και να… Πίσω από μια μεγάλη και απότομη στροφή, φάνηκε το χωριουδάκι, με τα πετρόχτιστα σπιτάκια του χτισμένα στο κοίλωμα του βουνού, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Από εκείνο το σημείο η θέα ήταν καταπληκτική. Ο δροσερός άνεμος, οι ίσκιοι των δέντρων, ο γοργός καλπασμός των αλόγων και η όψη του χωριού, σε έκαναν να θες να μείνεις για πάντα εδώ, να σταματήσεις το χρόνο αυτή τη στιγμή! Η Κάντυ, μη μπορώντας να το κάνει αυτό, κράτησε την εικόνα για πάντα, βαθιά μέσα στην καρδιά της.
                       ****************************
-Φτάσαμεεεεε… φώναξε ο νεαρός σταματώντας την άμαξα μπροστά σε ένα όμορφο, διώροφο σπιτάκι. Η Κάντυ έμεινε να θαυμάζει το τοπίο που έμοιαζε σαν από πίνακα ταλαντούχου ζωγράφου! Ένας θαμνένιος φράχτης έβαζε τα όρια του οικοπέδου, με μια μεγάλη αψίδα με πόρτα, πάνω στην οποία είχαν σκαρφαλώσει κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Λίγα μέτρα από την εξώπορτα, ένα πέτρινο δρομάκι σε οδηγούσε κατευθείαν στην πόρτα του σπιτιού. Η είσοδος βρισκόταν στο ακριανό μέρος του σπιτιού που ήταν λίγο πιο μέσα σε σχέση με το υπόλοιπο. Κόκκινα τούβλα και καφέ κεραμίδια.  Η πόρτα φτιαγμένη από σκουρόχρωμο ξύλο, με μάρμαρο γύρω γύρω. Μεγάλα μαρμάρινα παράθυρα πλαισίωναν τον πρώτο και τον δεύτερο όροφο. Τέλος, μια πελώρια καμινάδα τράβαγε αμέσως την προσοχή σου, καθώς  είχε πάνω έναν κόκορα με τα σημεία του ορίζοντα.
  Δεν πρόλαβε καλά καλά ο Άρτι να κατέβει απ’ το κάρο, όταν ακούστηκαν χαρωπές φωνές παιδιών να φωνάζουν το όνομά του και ένα τσούρμο ανθρώπων τον περικύκλωσε. Τότε άνοιξε η πόρτα του σπιτιού ξεπροβάλλοντας μια όμορφη κυρία με ένα μωρό στην αγκαλιά.
-Άρτιιιιιιιιιιι… ακούστηκαν από πίσω της δυο δυνατές φωνούλες που παραμέρισαν την μητέρα τους για να φτάσουν γρήγορα στον αδερφό τους. Ο νεαρός, προσπαθούσε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στον κόσμο για να φτάσει στην οικογένειά του, χαιρετώντας ταυτόχρονα τον κάθε φίλο που έβρισκε. Όλοι έκαναν ευγενικά στην άκρη, ξέροντας πόσο του είχε λείψει η φαμίλια του. Τα μικρά έπεσαν με φόρα στην αγκαλιά του, κι αυτός τα σήκωσε ψηλά χαρούμενος. Όταν έφτασε η μητέρα του, εκείνα έτρεξαν να καλωσορίσουν τα δυο ασυγκράτητα άτια που διψούσαν για χάδια. Ενώ η μάνα καταφιλούσε το γιο της, το πλήθος έκανε άκρη για να περάσει ένα κύριος με γαϊδουράκι πίσω του, που μόλις αντίκρισε τον κανακάρη του, άφησε τα πάντα και έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Οι δυο άντρες, μικρός και μεγάλος ,αγκαλιάζονταν συγκινημένοι και καταχαρούμενοι. Μέσα στην ησυχία τότε, ακούστηκαν φωνές μια απελπισμένης νεαρής κοπελίτσας που προσπαθούσε απεγνωσμένα να φτάσει τον αδερφό της.
-Τέιλορ….!
-Άρτιιιιι…..!
Ο πατέρας έκανε χώρο στην όμορφη νεαρή, που σφιχταγκάλιασε τον αδερφό της. Τι υπέροχη, αλήθεια, οικογενειακή στιγμή. Ο κόσμος σιγανά άρχισε να γυρνάει στις δουλειές του, τώρα πιο κεφάτος. Η μικρή Κάντυ που κοίταγε απ’ ο κάρο τόση ώρα, ζήλευε στο αντίκρισμα αυτών των ανθρώπων.
Πόσο καλός πρέπει να ‘ναι για να τον αγαπάνε τόσοι πολλοί…?!?!?!? Αναρωτιέμαι, αυτή η κοπέλα που αγκαλιάζει, είναι το κορίτσι του…? Αχ, είναι πανέμορφη!!!!!...
  Η λανθασμένη σκέψη της Κάντυ, ωστόσο, της θύμισε τον Άντονυ, που ήταν μίλια μακριά από δω…
   Όταν τελικά χόρτασαν όλοι αγκαλιές, ο νεαρός έδειξε την Κάντυ.
-Κάντυ, κατέβα να σε γνωρίσω…
Η μικρή σκανταλιάρη, πήγε και στάθηκε ντροπαλά δίπλα στον νεαρό.
-Από δω η Κάντυ… Είναι από την οικογένεια των Άρντλεϋ, αλλά μου την έδωσαν να την πάρω μακριά. Εγώ βέβαια δεν ήξερα, αλλά τέλος πάντων, τώρα είναι εδώ…. Λοιπόν Κάντυ, η μητέρα μου Χριστίνα, ο πατέρας μου Μιχάλης, η Κάθυ ( είπε δείχνοντας το μωρό), τα δίδυμα Τερέζα και Γουίλ και η μεγάλη αδερφή μου Τέιλορ.
-Χαίρομαι πολύ… Λάθος έκανα, αδέρφια είναι…
-Αχ, τι όμορφο κοριτσάκι…! Ένεψε η μητέρα.
Όλοι συμφωνούσαν και καλωσόριζαν, με αυτήν την παράξενα καθαρή προφορά τους. Τα καλά λόγια, έκαναν την Κάντυ να νοιώσει πολύ άνετα.
-Μαμά, μπαμπά, τώρα θα πάω την Κάντυ κάπου να μείνει… δήλωσε ενημερωτικά ο Άρτι και άρπαξε την Κάντυ απ’ το μπράτσο.
Αμέσως το κλίμα έγινε στενάχωρο…. Ο νεαρός δεν πίστευε αυτό που έβλεπε…..!
-Εγώ… εγώ δε θέλω να φύγει η Κάντυ, Άρτι, είπε με πρωτόγνωρο θάρρος η μικρή Τερέζα, και μαζί της συμφώνησε ο Γουίλ.
-Αποφασίστηκε λοιπόν, θα μείνει εδώ μαζί μας, είπε χαρούμενος ο κυρ- Μιχάλης.
Τα μικρά ξέσπασαν σε επιφωνήματα χαράς και η μικρή Κάντυ, βρέθηκε στην αγκαλιά της Τέιλορ, συγκινημένη απ’ την αγάπη που της έδειχναν.
Γύρισε και αντίκρισε το καλόκαρδο βλέμμα του Άρτι που της ψιθύρισε:
-Στο είπα, εδώ τους νοιώθεις όλους σαν οικογένειά σου , Κάντυ…
  Έτσι ευτυχισμένοι, μπήκαν μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού, τα αλογάκια κοιμήθηκαν ήρεμα πίσω στο στάβλο τους και όλοι τους ένοιωθαν ευγνώμονες για την κακία της Ελίζας… Μόνο η μικρή Κάθυ όμως πρόσεξε την ιπτάμενη σκιά μιας ξανθιάς γυναίκας που περνούσε έξω απ’ το παράθυρο, και έφευγε μαζί με τον ήλιο, πίσω εκεί, στο σπίτι με τα τριαντάφυλλα…
                       ****************************
  Ένα παράξενο πλεούμενο λικνίζεται εκεί κοντά, στα γαλανά νερά της μικρής λιμνούλας… Τα νερά, σαν καθρέφτης που γυαλίζει στολισμένος με ηλιόλουστη χρυσόσκονη, ανταγωνίζονται την ομορφιά του κύκνου-βάρκα, με το μακρύ, λεπτεπίλεπτο λαιμό, και τα κλειστά βλέφαρα.
«Τι θαύμα...!», «Περάστε πριγκίπισσα Κάντυ»….
-Τι παράξενο πράγμα είναι πάλι αυτό Στήαρ…?
-Κάντυ μη φοβάσαι, έτσι κάνουμε κουπί….!
Πλατς… Όπως κάθε επινόηση του Στήαρ έτσι κι αυτή άφησε την μικρή Κάντυ μούσκεμα…
-Μπράβο! Πήρε μπρος, μόνο που ξέχασα να ανοίξω την ομπρέλα… Ανοίγοντας την ομπρέλα θα βλέπαμε το ουράνιο τόξο…
Γέλια γέμισαν τον τόπο… Πόσο καλά περνούσαν τότε όλοι μαζί… Τι γλυκό ήταν εκείνο το καλοκαίρι….!

  Κάντυ… Τι ωραία που περνούσαμε τότε, μαζί σου…! Πού να είσαι τώρα χαμένη… Λες να… μη ζει ακόμα…??? Όχι, όχι…
Τα μάτια του ξανθού νεαρού ήταν νωπά και δεν έβλεπαν παρά μόνο στο παρελθόν… Πλέον το δάγκωμα είχε εξαφανιστεί, όμως ένα άλλο εμφανίστηκε στην καρδιά του Άντονυ, πιο βαθύ και επικίνδυνο απ’ το προηγούμενο. Η ζωή στο Λέικγουντ είχε επιστρέψει στους παλιούς ρυθμούς της, τότε που η Κάντυ δεν είχε έρθει να σκορπίσει φως στις καρδιές τους. Φαινόταν τόσο μουντή… Τα τρία αγόρια δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να τρώνε, να κοιμούνται και… να θυμούνται! Ούτε καν ο δημιουργικός Στήαρ δεν μπορούσε να βρει κάτι να ξεχαστούν. Τις τελευταίες μέρες, τα δυο αδέρφια είχαν ξαναβρεί λίγο την ζωντάνια τους, ο Άντονυ όμως… Η μόνη του παρηγοριά ήταν ο κήπος του, που τώρα του φαινόταν να είναι πιο ζωντανός από ποτέ. Κάποιες φορές, νόμιζε ότι η μητέρα του έφευγε από κει και ξαναγυρνούσε πιο μετά… Έτσι και τώρα, μόνος του, σε ένα παγκάκι κάτω από μια ιτιά ανάμεσα στα τριαντάφυλλα, βυθιζόταν στον απέραντο ωκεανό των αναμνήσεων…
    -Άντονυυυυ…. Άντονυυυυ…. Δυο αντρικές φωνές τον έβγαλαν απ’ τον εαυτό του. Τα λαχανιασμένα απ’ το τρέξιμο αδέρφια έφτασαν δίπλα του, και αφού γέμισαν με αέρα τα πνευμόνια τους, ετοιμάστηκαν να ανακοινώσουν τα ευχάριστα νέα…
-Άντονυ, άκουσα τη θεία Ελρόυ να λέει στη Ντόροθυ και τους άλλους υπηρέτες να ετοιμάσουν όσο καλύτερα μπορούν το αρχοντικό για αύριο…
Ο ξαφνιασμένος νεαρός τον κοιτούσε με απορημένο και ταυτόχρονα αγανακτισμένο ύφος….
-Πφφφ…. Θεέ και Κύριε, Στήαρ εσύ δεν είσαι να μεταφέρεις νέα… Λοιπόν Άντονυ, ο αδερφός μου ήθελε να πει, ότι για να γίνονται όλα αυτά σημαίνει πως θα ρθει κάποιος σημαντικός και μετά από στοιχεία που μάζεψα(βασικά η Ντόροθυ μου το πε)… Αύριο θα μας επισκεφτεί ο κ. Μπράουν!!!!!!....
  Ο Άντονυ δεν μπορούσε να πιστέψει στα αφτιά του… ο πατέρας του θα ερχόταν… Παραμερίζοντας όλες τις στεναχώριες του σηκώθηκε και πήγε να βοηθήσει τους υπόλοιπους να ετοιμαστούν για τον απρόσμενο καλεσμένο!!!!
                       ****************************
 -Καλωσορίσατε κ. Μπράουν…
-Καλώς σας βρήκα ,μεγάλη θεία… Ο γιος μου που είναι…?
Χωρίς να περιμένει απάντηση, ο ναυτικός έτρεξε να βρει το γιο του, που δεν ήταν αλλού απ’ τον κήπο με τα τριαντάφυλλα.
  Μόλις αντίκρισαν ο ένας τον άλλο, έτρεξαν να αγκαλιαστούν και ξέσπασαν σε δάκρυα χαράς…! Ύστερα άρχισαν τα συνηθισμένα, «Πόσο μεγάλωσε το παλικάρι μου» κλπ κλπ.
   Ήρθε και το βράδυ ,και όλοι μαζί μαζεύτηκαν να δειπνήσουν, παρέα με τον πεθυμημένο κ. Μπράουν. Αφού συζήτησαν για όλα τα γεγονότα απ’ την προηγούμενη συνάντησή τους, και αφού είπαν τα καλύτερα λόγια για την μικρή Κάντυ, ο κ. Μπράουν αποφάσισε να τους πει το λόγο της επίσκεψής του, πέρα απ’ το ότι ήθελε να τους δει, και ειδικά τον μοναχογιό του. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, έξω ακουγόταν η κουκουβάγια και τότε ακούστηκε ο διαπεραστικός ήχος του εκκρεμούς… 00. 30…
-Αγαπημένα μου παιδιά, καλή μου θεία… Ξέρετε πόσο καλά τα πάω με την επιχείρησή μου στα καράβια. Δόξα το Θεό, πάντα η θάλασσα είναι καλή μαζί μου, και από τότε που πέθανε η μονάκριβη Ροζ Μαρί μου, δεν θέλησα να ερωτευτώ καμία άλλη γυναίκα. Τον έρωτα και την παρηγοριά μου τον βρήκα στη θάλασσα… Ο Άντονυ είναι τώρα 14, κοντεύει τα 15, και θέλω να του δείξω τη θάλασσα. Αποφάσισα να τον πάρω μαζί μου στο ναυτικό, στο πλοίο που είμαι καπετάνιος, κι αν του αρέσει να ακολουθήσει το επάγγελμα, αλλιώς θα κρατάει απλά την επιχείρηση. Λοιπόν γιε μου, δέχεσαι να ρθεις μαζί μου????....
  Όλοι είχαν μείνει άφωνοι να κοιτάνε μία τον πατέρα και μία το γιο που του απηύθυναν το λόγο…
-Ναι, πατέρα, θέλω πολύ να ρθω μαζί σου!!!!...
…. Αποσβολωμένοι όλοι πήγαν για ύπνο, σκεπτόμενοι τα γεγονότα της ημέρας. Το επόμενο πρωί κιόλας, πατέρας και γιος έφυγαν για τη θάλασσα, χαιρετημένοι από συγκινημένους ανθρώπους. Η θεία Ελρόυ πρώτη φορά έκλαιγε τόσο πολύ. Στο καράβι όλοι καλωσόρισαν με αγάπη το γιο του καπετάνιου, ο οποίος βρήκε κι αυτός, σαν τον πατέρα του την παρηγοριά του στη θάλασσα…….

                       ****************************
-Κάντυ, βολεύεσαι εδώ ή θες να κοιμηθείς στο κρεβάτι…? Ρώτησε ευγενικά η Τέιλορ την φιλοξενούμενη τους δείχνοντάς της το καναπεδάκι του δωματίου της.
-Είναι πολύ άνετα Τέιλορ, το καλύτερο κρεβάτι μου δώσατε… είπε αναπηδώντας χαζοχαρούμενα πάνω στο μαλακό στρώμα.
-Χαχα, χαίρομαι … έκανε η νεαρή κοπέλα κλείνοντας χαρούμενη τα βλέφαρά της. Ύστερα, βοήθησε την Κάντυ να στρώσει και αμέσως έφυγε φουριόζα να τακτοποιήσει τα μικρότερά της αδέρφια.
   Η Κάντυ έμεινε μόνη της …Ξάπλωσε με έναν αναστεναγμό ανακούφισης και αμέσως άρχισε να παρατηρεί και την τελευταία γωνίτσα του όμορφου δωματίου.
  Το δωμάτιο ήταν πετρόχτιστο και ο χαμηλός φωτισμός, απ’ τα φαναράκια που ήταν κρεμασμένα σκόρπια , το έκανε ακόμα πιο μεσαιωνικό. Ένα μεγάλο παράθυρο, με πλατύ περβάζι, άφηνε της αχτίδες του αναψοκοκκινισμένου φεγγαριού να εισχωρήσουν παντού στο χώρο. Λευκές μακριές κουρτίνες, ως το πάτωμα, ανέμιζαν με το ρυθμό του ανέμου. Στη μία γωνία, στο βάθος δίπλα στο παράθυρο, μια μεγάλη ξύλινη ντουλάπα, στην άλλη γωνία, πλάι στην πόρτα, το γραφείο και ακριβός δίπλα η τουαλέτα της Τέιλορ, με τις ανοιχτές μπιζουτιέρες και τις κολόνιες. Στην γωνία απέναντι στην πόρτα, ο καναπές της μικρής Κάντυ, πλάι σε ένα ψηλό κηροπήγιο, με τρία τραπεζάκια διαφορετικού ύψους και πολλά σκόρπια μαξιλαράκια στις αποχρώσεις του κόκκινου ριγμένα στο ξύλινο δάπεδο. Δίπλα στο παράθυρο, στην τέταρτη γωνία, το όμορφο κρεβάτι της κοπέλας, σκαλιστό στην πλάτη και στα πόδια. Πάνω απ’ την κορυφή του κρεβατιού, ήταν στερεωμένο ένα ραφάκι με ένα καντηλάκι πάνω και δυο εικονίτσες που πλαισιώνονταν από δυο απαλές κουρτινίτσες, σχεδόν διάφανες. Όμορφες υφασμάτινες κουκλίτσες ,σε διαφορετικά μεγέθη ήταν κρεμασμένες δίπλα στο κρεβάτι. Στη μέση του δωματίου ήταν ένα χοντρό βαθυκόκκινο χαλάκι, με διάφορα μοτίβο γύρω γύρω. Στη βάση του κρεβατιού, ένα μεγάλο μπαούλο, με περίτεχνα σχέδια κίνησε την περιέργεια της φακιδομούρας. Πριν προλάβει να σκεφτεί το πιθανό περιεχόμενο, ακούστηκαν φωνές στο διάδρομο και η Τέιλορ μπήκε μέσα κλείνοντας ερμητικά την πόρτα φωνάζοντας κι αυτήν ένα «ναι, Άρτι, ντάξει…».
  Έμεινε εκεί λίγη ώρα κοιτώντας το πάτωμα, κι όταν ηρέμησε σηκώθηκε και πήγε δίπλα στην Κάντυ. Έβαλε τα χέρια της πάνω στο στρώμα, τα σταύρωσε και ακούμπησε πάνω το κεφάλι της.
-Αδέρφια… της είπε προσπαθώντας να δικαιολογήσει τον εαυτό της. Δεν τους κάνεις μια χάρη κι αμέσως αρχίζουν να σου γκρινιάζουν… Αχ, Κάντυ, ακόμα δεν ήρθες και σου σπάω τα νεύρα… είπε κάνοντας μια χαζή γκριμάτσα αγανακτώντας με τον εαυτό της και πήγε να καθίσει στο σκαμπό, μπρος στην τουαλέτα της. Άρχισε σιγανά να ξεχτενίζει την περίτεχνη πλεξούδα της.
 Η Κάντυ, αφοσιώθηκε στην παρατήρηση της νεαρής κοπέλας. Λίγο ψηλότερη απ’ την Κάντυ, λεπτοκαμωμένη, καστανομάλλα, με λεπτό πρόσωπο . Τα μακριά ίσια μαλλιά της, έφταναν μέχρι τη μέση και η φράντζα της πεταγόταν ατίθασα πάνω απ’ το φρύδι της.





Φορούσε ένα υπέροχο κεραμιδί φόρεμα που στο πάνω μέρος είχε προσθέσει ένα άσπρο πουκαμισάκι που κάλυπτε μέχρι και τη μέση, με μια σχισμή που κούμπωνε στο μπούστο. Με τα ρούχα είχε συνδυάσει την κόκκινη κορδέλα που είχε δεμένη στα μαλλιά της, απ’ το ένα πλευρό η πλεξούδα, απ’ το άλλο η κορδέλα. Στη μέση της είχε ράψει ένα μεγάλο λευκό κουμπί που μάζευε το φόρεμα και δημιουργούσε ραφές. Για μια στιγμή η μικρούλα ζήλεψε την ομορφιά της….
   Ξάπλωσαν και οι δυο… Η Τέιλορ για πολύ ώρα κοιτούσε το ταβάνι, ψάχνοντας λόγια να πει στην Κάντυ. Η ξανθούλα όμως την πρόλαβε.
-Τέιλορ… πόσο χρονών είσαι…?
Η νεαρή ανασηκώθηκε και κοίταξε την συνομιλήτριά της, ευγνώμων για τη συζήτηση.
-Εικοσιένα … Ο Άρτι δεκαοχτώ, τα δίδυμα εφτά, η Κάθυ πριν λίγο χρόνισε… Εσύ ,Κάντυ …?
-Δεκατρία…
Σιωπή αμηχανίας….
-Μα καλά, Κάντυ, τόσο μικρό κορίτσι και σε έδιωξαν απ’ το σπίτι σου…?
Έτσι η νεαρή Τέιλορ έμαθε όλη την ιστορία της Κάντυ, απ’ το σπίτι της Πόνυ, μέχρι και την παγίδα των δυο πανούργων παιδιών…
-Μμμ… Πάντως είναι δύσκολο κάποιος να μη σε συμπαθήσει Κάντυ… Πρέπει να σε ζηλεύουν πολύ, ή είναι πολύ κακά παιδιά… Αλλά, δε σε βλέπω να τα μισείς.
-Χαχα, όχι δεν με πειράζει… Απλά στεναχωριέμαι γιατί μπορεί να μην ξαναδώ κάποια πολυαγαπημένα μου άτομα… Εμ, Τέιλορ… Ο Άρτι είπε ότι μένατε σε φτωχογειτονιά, εδώ όμως βλέπω ότι έχετε υπέροχο σπίτι και γειτονιά… Με κορόιδευε???
-Όχι μικρή μου, δεν σε κορόιδευε… στο πρόσωπο της κοπέλας εμφανίστηκε μια νοσταλγική έκφραση. Να ξέρεις, εμείς μέχρι τα πέντε του Άρτι μέναμε στην Ελλάδα, όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι αυτού του χωριού, είμαστε μετανάστες από κει… Αλλά η ζωή μας ήταν πολύ ταπεινή, αφού μερικές φορές δεν είχαμε ούτε ψωμί να φάμε. Μη φανταστείς, όλοι οι Έλληνες έτσι ζούσαν… Γι’ αυτό ο Άρτι είπε φτωχογειτονιά, το σπίτι που μέναμε τότε δεν ήταν καταδικό μας, το μοιραζόμασταν, ένα δωμάτιο εμείς, και ένα για κάθε ένα απ’ τα αδέρφια του πατέρα μας. Αν σκεφτείς ότι η σκεπή δεν ήταν όλη καλυμμένη με ξύλα, και το χειμώνα όταν ξύπναγα, ήμουν σκεπασμένη με χιόνι. Ύστερα, ο πατέρας μου βρήκε μια αγγελία στην εφημερίδα για θέσεις εργασίας στις Η.Π.Α και φύγαμε γρήγορα γρήγορα… Έτσι η ζωή μας άρχισε να καλυτερεύει, κάθε μέρα τρώγαμε λυτά, αλλά τρώγαμε. Μετά ο πατέρας μου εξασφάλισε μόνιμη εργασία σε ένα ορυχείο εδώ κοντά, κι έτσι αποκτήσαμε αυτό το σπίτι. Όταν γεννήθηκαν τα δίδυμα, ο μπαμπάς μου ήταν προϊστάμενος στην εταιρεία… Τώρα, λόγω της σκληρής δουλειάς που έκανε, του ‘δωσαν σύνταξη και απλά βοηθάει εθελοντικά εδώ δίπλα, μεταφέροντας αλεύρι απ’ το μύλο με το Σταχτή, το γαϊδαράκο μας…. Δεν είναι μεγάλος για σύνταξη, ωστόσο δεν αντέχει να μην ασχολείται με κάτι. Γι’ αυτό ,αν σου έκανε εντύπωση η ψεύτικη προφορά μας. Στην Ελλάδα μιλάμε πολύ καθαρά, και δεν μπορούμε εύκολα να το αλλάξουμε αυτό. Αν πρόσεξες και τα ονόματά μας είναι ελληνικά, το δικό μου το άλλαξα όμως γιατί βολεύει περισσότερο στα χαρτιά να μη φαίνεται η ελληνική μας καταγωγή. Το κανονικό μου είναι Φωτεινή, σε παρακαλώ όμως να με φωνάζεις Τέιλορ….
-Γι’ αυτό είστε όλοι τόσο διαφορετικοί …ε? Δηλαδή είστε παράξενα πιο όμορφοι, με τα μεγάλα σας μάτια και το όμορφο πρόσωπο. Χιχι…
-Ευχαριστούμε πολύ, Κάντυ μου… Θα είσαι όμως κουρασμένη… Λοιπόν, άντε να κοιμηθούμε, εγώ να ξέρεις αύριο θα φύγω πιο νωρίς, να τακτοποιήσω κάτι δουλειές που έχω, αλλά θα κάνω αθόρυβα, μην τρομάξεις αν δεν με δεις… Χρησιμοποίησε ότι θες, απλά μην τα χαλάσεις σε παρακαλώ πολύ… Καληνύχτα κι όνειρα γλυκά!!!
   Αφού καληνύχτισε όσο πιο γλυκά μπορούσε η μικρή Κάντυ, έμεινε εκεί, να σκέφτεται όλα όσα άκουσε. Όσο περισσότερο τα σκεφτόταν, τόσο πιο χαρούμενη ένοιωθε που πέτυχε αυτή την ελληνική οικογένεια… Έτσι η μικρή Κάντυ αποκοιμήθηκε γλυκά,  παίρνοντας δυνάμεις για μια νέα στροφή στη πορεία της ζωής της.

                       ****************************
     -Καλημέραααααα Κάντυυυυυυ……
Παιδικές φωνές βούιζαν πάνω απ’ την αγουροξυπνημένη Κάντυ. Ο Γουίλ και η Τερέζα, λες και βαλμένοι απ’ τα άτια, ήταν αποφασισμένοι να την ξυπνήσουν. Όσο δύσκολη κι αν ήταν η Κάντυ στο ξύπνημα, τα μικρά διαόλια έπαιζαν πολύ σκληρό παιχνίδι.
-Ξύπνα Κάντυ, άντε σήκω….! Έλα, ο Άρτι θα μας πάει βόλτα στο δάσος, και αν αργήσεις δεν θα προλάβεις… Γρήγορα Κάντυ!!!!
  Σαν ελατήριο πετάχτηκε πάνω η μικρή, και έτρεξε γρήγορα, βούτηξε τη μουρίτσα της σε μια λεκάνη νερό, φόρεσε ένα φόρεμα που είχε έτοιμο η Τέιλορ και όρμησε έξω, παρέα με τα δίδυμα, έτοιμη για εξερευνήσεις.
Ο Άρτι δεν είχε συνδέσει το κάρο με τα άλογα, έτσι θα πήγαιναν καβάλα. Η Κάντυ κατενθουσιάστηκε, έχασε όμως όλη τη φόρα της όταν κατάλαβε πως αυτά τα άτια ήταν πιο ψηλά απ’ ότι τα κανονικά. Μη θέλοντας όμως να χάσει τη βόλτα, πήρε τη μικρή Τερέζα, άρπαξε και ο Άρτι τον Γουίλ, και ξεκίνησαν για το δάσος.
  Πέρασαν απ’ το χωριό, όπου τους καλημέρισαν εγκάρδια όλοι οι κάτοικοι. Μερικοί θέλησαν να τους φορτώσουν με καλούδια, αλλά ο Άρτι τους υποσχέθηκε να ρθει αργότερα να τα πούνε. Θα κάνει μέρες να πατήσει το πόδι του στο σπίτι… Σκέφτηκε η Κάντυ. Σαν αστραπή, έφτασαν μέχρι και το τελευταίο σπιτάκι, κι από κει, έστριψαν ανάμεσα σε ένα σύδεντρο, ακολούθησαν ένα μονοπάτι ανάμεσα στα ψηλά χόρτα και τελικά βγήκαν στο δάσος. Ψηλά κωνοφόρα υψώνονταν απ’ την αρχή κιόλας του δάσους, και ήχοι αγριμιών ακουγόταν. Χωρίς φόβο, ο Άρτι προχώρησε με το Διομήδη μπροστά, αφήνοντας τον ήρεμο Φίλιππο να οδηγεί την Κάντυ. Σε όλη τη διαδρομή, δεν ακουγόταν τίποτα άλλο παρά οι φωνές του δάσους. Άγρια πουλιά έκαναν την εμφάνισή τους,, ενώ που και που, έπαιρνε το μάτι σου κάποιο σφεράτο λαγό, ή ένα κρυμμένο φίδι. Τελικά έφτασαν σε ένα ποταμάκι, μικρό αλλά πολύ ορμητικό σε κάποια σημεία, με χαμηλούς χείμαρρους εδώ και κει. Ξεπέζεψαν και κάθισαν στην όχθη, κάτω από μια γέρικη ιτιά.
-Να βγάλουμε το φαγητό Άρτι…? Ρώτησε πεινασμένη η μικρή Τερέζα.
-Ναι, ναι ,ναι… χωρίς να περιμένει ο Γουίλ, έβγαλε έξω τα καλάθια και άρχιζε να βγάζει τις λιχουδιές. Η Κάντυ έστρωσε και το τραπεζομάντηλο, και έκαναν ένα ωραίο πικ-νικ μες στη φύση.
  Ξάφνου η Κάντυ, πήρε το μάτι της τον Άρτι να περιεργάζεται ένα σπασμένο βέλος, που φαινόταν αχνά στο φτερό του το αρχικό ενός ονόματος.
-Χμμ… Βγήκε κιόλας για κυνήγι. Τον άκουσε να μουρμουρίζει.
Όπως πάντα, έκανε απορημένη να ρωτήσει, αλλά όλοι σταμάτησαν βλέποντας στην άλλη όχθη του ποταμού, ένα νεαρό, αρσενικό ελάφι, ψηλό σαν κυπαρίσσι, που κοίταγε πίσω του τρομαγμένο. Ένας βέλος έκανε την εμφάνιση του, πέρασε ξυστά δίπλα απ’ την κοιλιά του ζώου, και καρφώθηκε στον πάτο του ποταμού. Το ελάφι έντρομο, άρχισε να τρέχει να σωθεί, και η Κάντυ σηκώθηκε να το βοηθήσει. Παρά τις προειδοποιήσεις του Άρτι, έτρεξε δίπλα στο τετράποδο, του φώναξε να φύγει, σπρώχνοντάς το με τα χέρια της, κι  εκείνο έγινε άφαντο μες στην πρασινάδα.
  Οπλές αλόγου ακούστηκαν, και η Κάντυ έπιασε τον Άρτι να γελά πονηρά, κοιτάζοντας την σαν να λέει: τώρα θα δεις τι έχει να γίνει, κατεργάρα… Μέσα απ’ τα δέντρα, από κει που ήρθε το ελάφι, πετάχτηκε ένας αναβάτης σφαίρα, και σταμάτησε στο τσακ μπρος στην Κάντυ.
-Ηλίθια κοτσιδού!!!!! Τρέχα ΤΩΡΑ να μου φέρεις το ελάφι…!!!!ΤΩΡΑ!
Απ’ το μαύρο άλογο, κατέβηκε μια κοκκινομάλλα κοπέλα, με στολή κυνηγού, μια φαρέτρα στην πλάτη και ένα βέλος έτοιμο στο τόξο. Απ’ τη δεξιά της μπότα έβγαλε ένα μακρύ μαχαίρι, και απείλησε την Κάντυ δείχνοντάς το. Έξαφνα όμως, πίσω απ’ τα παιδιά ακούστηκαν χαρούμενες κραυγές.
-Αγγέλα….. Αγγέλα!!!!!
   Τρεχάτα τα δίδυμα, έτρεξαν να αγκαλιάσουν την νεαρή κυνηγό. Τα άλλα δίδυμα έτρεξαν κι αυτά στη μαύρη φίλη τους, βγάζοντας αλογίσιες, χαρούμενες κραυγές.
-Έι, Τερέζα, Γουίλ, τι γυρεύετε εδώ…???
Τότε ήρθε στην παρέα και ο Άρτι, που απ’ όσο φαινόταν, γνώριζε καλά την κοκκινομάλλα.
-Α…. Μάλιστα, να και ο μετανάστης. Δε μου λέτε..? Αυτή εδώ, είναι μαζί σας…? έκανε δείχνοντας με το μαχαίρι την Κάντυ.
-Όχι, μπορείς να την κάνεις ότι θες… Αν είναι, πάρτην αντί του ελαφιού.
-Ψέματα λέει, Αγγέλα, μη την σκοτώσεις, μη…! Η Τερέζα τρομαγμένη άρχισε να δακρύζει.
-Πφφφφ…. Τι να την κάνω αυτήν??? Χάρισμά σας ! Μου χρωστάει όμως, για χάρη της έχασα ένα ολόκληρο αρσενικό…
-Έλα, έχουμε πικ-νικ… Φτιάξαμε και σάντουιτς, αυτά που σ’ αρέσουν.
Τα μικρά άρχισαν να τραβολογάνε την κοπέλα, και το τρελό ενδιαφέρον τους για την Κάντυ ,ξαφνικά άλλαξε πρόσωπο. Την πίεσαν να καθίσει και της έχωσαν σχεδόν το φαΐ μες στο στόμα. Πίσω στο ποτάμι ακούστηκαν αντρικές φωνές να φωνάζουν την Αγγέλα, εκείνη όμως τους είπε να συνεχίσουν και πως θα ρθει αργότερα. Ο Άρτι πήρε το μαχαίρι της, έκοψε καρπούζι, κι ευχαριστήθηκαν όλοι δροσιά. Αφού έσκασαν όλοι στο φαΐ, ξάπλωσαν στο δροσερό γρασίδι, τα μικρά κιόλας τα πήρε ο ύπνος, και η Αγγέλα τα σήκωσε και τα βαλε δίπλα δίπλα, κοντά στον κορμό τους δέντρου για να μην πέσουν στο ποτάμι, παρακολουθούμενη πάντα απ’ το βλέμμα του μεγάλου τους αδερφού. Η Κάντυ τους παρακολουθούσε δήθεν κοιμισμένη. Είδε την Αγγέλα να πλησιάζει τον Άρτι, εκείνος να χαμογελάει και να μην κοιτάει, και τσουπ… βγήκε το μαχαίρι απ’ την μπότα και στάθηκε ίσα-ίσα μπρος στο λαιμό του νεαρού. Εκείνη έγειρε στο αφτί του και πολύ ψιθυριστά, ίσα που ακουγόταν σε αυτόν είπε:
-«Το αγριογούρουνο που έχασα τότε εξαιτίας σου δεν το ξέχασα….»!
Σιγανά αυτός, έσυρε ένα μικρότερο μαχαίρι στον αυχένα της…
-«Ούτε εγώ το ξέχασα, μην ανησυχείς…»
Τα μαχαίρια αποσύρθηκαν στις θήκες τους, και οι δυο φίλοι έκατσαν πλάι-πλάι να σιγομουρμουρίζουν για όσα έγιναν όσο καιρό δεν ήταν μαζί. Πού και πού η Κάντυ άκουγε κανένα επιφώνημα να ξεφεύγει απ’ τον Άρτι , που ρουφούσε τα νέα σαν τρομακτική δύνη στη μέση της θάλασσας. Απ’ όσα μπορούσε όμως να καταλάβει, η νεαρή κυνηγός ήταν ένα αγριοκόριτσο πιο άγριο από κείνη. Η άγρια, ωστόσο, ομορφιά της, παρουσίαζε μια κοπέλα γεμάτη θηλυκότητα. Ψηλή, με δέρμα κάτασπρο σαν σκανδιναβή, και μαλλιά κατακόκκινα σαν το αίμα, σε δαχτυλιδένιες μπούκλες, που έφταναν λίγο κάτω απ’ τον ώμο, με ατίθασες μπερδεμένες αφέλειες να πετάγονται δεξιά και αριστερά. Δεν ήταν τόσο αδύνατη όσο η Τέιλορ. Παρόλο που είχε ωραία λεπτή μέση, είχε αρκετά μεγάλη περιφέρεια, που τονιζόταν ακόμη περισσότερο με το κυνηγετικό μαύρο κολάν που φορούσε. Παρ’ όλα αυτά, δεν την έκανε να φαίνεται καθόλου άσχημα , αντιθέτως, ακόμα κι αν αυτή δεν το ήθελε την έκανε να δείχνει σαν αμαζόνα. Κάτι άλλο που πρόσεξε η Κάντυ, ήταν οι φαρδιοί της ώμοι, παράλληλοι με την περιφέρειά της, κάτι ακόμα που έδειχνε ότι ήταν καλοφτιαγμένη. Αυτό όμως που τραβούσε την προσοχή του καθενός, ήταν το υπέροχο πρόσωπό της. Καστανά μεγάλα μάτια, σχιστά με πλούσιες σκουρόχρωμες βλεφαρίδες. Ίσια μύτη και μεγάλα μάγουλα που έδιναν στο πρόσωπό της σχεδόν ολοστρόγγυλο σχήμα. Όμορφα ανοιχτοκόκκινα χείλια, όχι πολύ παχιά και ένα μικρό πιγούνι. Το πρόσωπό της δεν είχε καμία γωνία, εκτός απ’ την ελαφρώς καμπυλωτή της μύτης της. Τα φρύδια της ήταν προσεγμένα σαν αψίδες με απόλυτη ακρίβεια πάνω στο μικρό της μέτωπο, δίνοντας έμφαση σε κάθε μορφασμό της. Κάθε της αίσθημα αποτυπωνόταν τέλεια, και μπορούσες να καταλάβεις και μόνο απ’ το ύφος τι σκέφτεται ή τι νοιώθει.
  Έξαφνα, τα μεγάλα καστανά μάτια, κάρφωσαν τα σμαραγδιά της Κάντυ, που τα έκλεισε απότομα. Ακούστηκε ένα γελάκι και μια ζωηρή φωνή της κάλεσε να ρθει κοντά τους. Ο τόνος της Αγγέλας είχε αλλάξει εντελώς, και από απότομος και εντελώς εχθρικός έτοιμος να σε σκοτώσει όπως το μαχαίρι που κράταγε, είχε γίνει παιχνιδιάρικος και μελωδικός σαν κελαρυστό ρυάκι που χτυπά στις πέτρες. Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, η μικρή Κάντυ τους πλησίασε και κάθισε δίπλα στον Άρτι.
-Γιατί δεν κάθεσαι δίπλα μου…? Τόσο πολύ σε τρόμαξα?, έκανε η κοκκινομάλλα τάχα πειραγμένη.
-Δεν νομίζω να είναι η μόνη που τρομάζεις… Και να φανταστείς ότι η Κάντυ δεν τρομάζει εύκολα, ειρωνεύτηκε ο Άρτι και χάιδεψε το φρεσκαρισμένο μουστάκι του.
   Ένα υπόκωφο ρουθούνισμα βγήκε απ’ την Αγγέλα, σαν γέλιο, και κοίταξαν και οι δυο την Κάντυ, σαν να την παρότρυναν να μιλήσει.
-Συγγνώμη για το ελάφι….
Η μικρούλα έπιασε απροετοίμαστη την νεαρή, που αμέσως φάνηκε να την συμπαθεί. Η έκφρασή της γλύκανε και έδειξε ότι την εκτιμούσε.
-Να και κάποιος που ζητάει συγγνώμη, ακόμα κι αν η πράξη του ήταν για καλό σκοπό…
Η Κάντυ κοίταξε ξαφνιασμένη, μία την κοπέλα και μία τον νεαρό, απορημένη που ήξερε τον σκοπό για τον οποίο έδιωξε το ελάφι.
-Λοιπόν, Κάντυ, ελπίζω να μην με πήρες από φόβο και να μου μιλάς αν με συναντήσεις καμιά φορά στο δρόμο. Ξέρεις τώρα πια σαν συγχωριανές, αν και σπάνια θα με δεις να κυκλοφορώ μετά τις οχτώ το πρωί.
   Δίνοντας θάρρος στην μικρούλα να μπει στη συζήτηση, η Αγγέλα μπήκε αμέσως στην καρδιά της Κάντυ. Άρχισαν να μιλάνε για πολλά θέματα, τα περισσότερα απ’ο τα οποία ήταν πληροφορημένη απ’ τον Άρτι, κι έτσι συμμετείχε ενεργά, λέγοντας στην Κάντυ πράγματα που την ησύχαζα εντελώς. Όταν ο Άρτι πήγε να φροντίσει τα αδέρφια του που μόλις είχαν ξυπνήσει, η μικρούλα βρήκε την ευκαιρία να εμπιστευτεί σε κάποιον την αγάπη της για τον Άντονυ. Μόλο που η κοπέλα τόνισε ότι δεν είναι καλή σε αυτά τα θέματα, και μόνο που κάποιος την άκουσε με προσοχή της ήταν αρκετό. Στο τέλος η Κάντυ ένοιωθε καλύτερα απ’ οποιαδήποτε άλλη φορά, και ευχαρίστησε την Αγγέλα που την βοήθησε. Εκείνη απλά της είπε:
-Όταν κάποιος έχει ένα πρόβλημα, κάτσε απλά και άκου τον  προσεκτικά. Μην προσπαθήσεις να τον διακόψεις. Μετά, θα ακούσει κι αυτός ό,τι έχεις να του πεις. Στο τέλος θα νοιώθεις καλύτερα, ακόμη κι αν ο άλλος δεν σου χει πει τίποτα, απλά κουβαλάει μαζί σου αυτό που σε βάραινε, κάνοντας το βάρος μισό και σχεδόν ανύπαρκτο.
Ύστερα, γυρνώντας πάλι στον παιχνιδιάρικο τόνο της, την πείραξε…
-Μην σκεφτείς όμως ότι σε όσο περισσότερους το λες, τόσο μικρότερο γίνεται το βάρος που κουβαλάς…
  Οι δυο φίλες γέλασαν χαρούμενες….
Το σκοτάδι σχεδόν είχε τυλίξει τον ουρανό. Σέλωσαν τα άλογα και άναψαν τα μεγάλα φαναράκια τους. Χαιρέτησαν την κοκκινομάλλα αναβάτρια, και μαζί με την μαύρη καλλονή της, χάθηκε στο πέπλο της νύχτας.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τρίτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:09 pm

****************************
  Ο χρόνος κυλούσε κάπως έτσι, με χαρά, καλή παρέα εκπλήξεις… σαν νερό. Πέρασαν έτσι πέντε χρόνια. Η Κάντυ μεγάλωσε μαζί με την ελληνική οικογένεια, ένοιωθε πως ανήκει εκεί. Παρέα με τον Άρτι και την Αγγέλα έμαθε πολλά σημαντικά πράγματα, όπως να κυνηγάει, να ψαρεύει, να στήνει καταφύγιο για τη νύχτα και τόσα άλλα που της χρειάστηκαν πολλές φορές. Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια, η Τέιλορ παντρεύτηκε, κι έκανε δύο αγοράκια, τον Μιχάλη και τον Γιώργο. Η Κάντυ τα φρόντιζε και τα αγαπούσε σαν αληθινά της ανιψάκια. Τελικά και μετά από πολλές παρατηρήσεις της κ. Χριστίνας, η Κάντυ αποφάσισε ότι της ταίριαζε να γίνει νοσοκόμα, κι έτσι άρχισε να δουλεύει ερασιτεχνικά πλάι στο γιατρό του χωριού. Οι συμβουλές της παλιότερης νοσοκόμας και η πείρα της απ’ την ζωή, την έκαναν τόσο καλή στο επάγγελμα, που νόμιζες είχε σπουδάσει σε κάποιο ο ονομαστό πανεπιστήμιο. Με τον Άντονυ δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά, ούτε με κάποιον απ’ την οικογένεια Άρντλεϋ, λογικό ήταν έτσι να την θεωρούν πεθαμένη. Ο νεαρός 20αχρονος πλέον, ένας αξιόλογος κληρονόμος των Μπράουν, είχε το δικό του πλοίο, καπετάνιος στην επιχείρηση του πατέρα του. Δεν ξέχασε ποτέ την μικρή σκανταλιάρα, απλά κλείδωσε το κεφάλαιο αυτό της ζωής του έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα του την ελπίδα ότι κάποτε θα το ξανανοίξει. Άρχισε όμως και ο πόλεμος, κάτι που ανάγκασε τη μεγάλη θεία να διακόψει τις σπουδές των τριών αγοριών στο κολέγιο του Αγ. Παύλου. Ο νεαρός Μπράουν συνέχισε τα ταξίδια με τον πατέρα του , ενώ ο 22χρονος Στήαρ αποφάσισε να καταταγεί εθελοντικά στον πόλεμο, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις της μεγάλης θείας. Έτσι έφυγε για τη Γαλλία, στο αεροπορικό σώμα, ακολουθώντας το όνειρό του αλλά αφήνοντας να περιμένει ένα άλλο όνειρο. Η Πάττυ, η κοπέλα που γνώρισε στο κολέγιο, έφυγε γρήγορα απ’ την Αμερική και πήγε κι αυτή να βοηθήσει τα παιδάκια της μαύρης ηπείρου, εκεί όπου η πείνα και ο θάνατος σμίγουν σαν το ποτάμι με τη θάλασσα. Η Άννυ, στεναχωρημένη μη χάσει κι αυτήν τον 21χρονο ιππότη της, τον πήρε και πήγανε στο σπίτι της κοντά στο ορφανοτροφείο, να βοηθάνε εκεί μαζί τις κυρίες που τις ένοιωθε σαν μητέρες της. Τελικά ο Στήαρ γύρισε αναγκαστικά απ’ τον πόλεμο, αφού είχε τραυματιστεί σοβαρά σε μια εναέρια μάχη χάνοντας την επαφή με το πόδι του κάτω απ’ το γόνατο. Με μεγάλες προσπάθειες κατάφεραν οι γιατροί να μην του το κόψουν, ωστόσο το κάτω μέρος του ποδιού του ήταν πλέον άχρηστο. Ο πόλεμος τέλειωσε. Γύρισαν έτσι όλοι πίσω στις καθημερινές τους συνήθειες. Η Πάττυ αρραβωνιάστηκε τον Στήαρ σχεδόν αμέσως αφότου γύρισε, και το ίδιο σκόπευε να κάνει και η Άννυ. Για καλή τύχη όλων, ο μεγάλος αρχηγός των Άρντλεϋ αποφάσισε να καταλάβει τη θέση του και όλα έδειχναν ότι θα συνέχιζαν κατά αυτή την πορεία. Τα σχέδια της μοίρας όμως ήταν διαφορετικά…

                       ****************************
     -Παιδιάααααααα σταματήστεεεε…..!!!!
Εξαθλιωμένη και εντελώς εκνευρισμένη η μικρή νοσοκόμα, φώναζε τα δυο ανιψάκια της, τον τετράχρονο Μιχάλη και τον τρίχρονο Γιώργο, που είχαν εφορμήσει στο μικρό ιατρείο και ξετύλιγαν όλες τις γάζες που μόλις είχε πλύνει και καλοτυλίξει η Κάντυ. Βλέποντάς την παραδομένη, τα δυο παιδιά, αφού δεν είχαν τι άλλο να κάνουν κάθισαν ακίνητα, πήραν στεναχωρημένη έκφραση και κοίταξαν την θυμωμένη Κάντυ.
-Συγγνώμη Κάντυ…. Είπαν και τα δυο δήθεν μετανοημένα.
-Συγγνώμη και στο κεφάλι σας, παλιόπαιδια!!!! …
Πριν προλάβει να αρχίσει καν τον εξάψαλμο, χτύπησε το κουδούνι του ιατρείου. Τα μικρά καταλαβαίνοντας αμέσως τον επισκέπτη, άφησαν τη θεατρικότητά του και όρμησαν στην πόρτα βρίσκοντας από πίσω ποιον άλλο παρά την Τέιλορ. Δεν άνοιξε καλά καλά η πόρτα και τα δυο ζιζάνια είχαν βγει κιόλας έξω.
-Μα τι έγινε εδώ…?έκανε γουρλώνοντας τα μάτια η νεαρή μαμά.
-Αχ Τέιλορ… έκανε η Κάντυ κατεβάζοντας τους ώμους ξεφυσώντας, δεν σου έμοιασαν καθόλου όμως…..
Γελώντας οι δυο δεσποινίδες, μπήκαν μέσα και άρχισαν να ξαναπλένουν και να τυλίγουν τις γάζες, συζητώντας ταυτόχρονα με τόση οικειότητα.
  Στο δάσος εντωμεταξύ τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά…
Δυο νέοι εκεί, η 20χρονη Αγγέλα και ο 23χρονος Άρτι, συναγωνιζόταν για ένα μεγάλο αγριόχοιρο. Η λάμψη στα πρόσωπά του μαζί με την αναψοκοκκινάδα του έδειχνε ότι ζούσαν με την ψυχή τους. Τελικά το γουρούνι το ‘σκασε και βρέθηκε ανακούρκουδα μέσα στο ποτάμι η νεαρή κοκκινομάλλα.
-Χαχαχαχαχαχαχα….. βρε τη μεγάλη κυνηγό!!!!!!
-Αγκρρρρρ σκάσεεεεε…..!!!! Και τι κάθεσαι σαν μπάστακας, τρέχα να βρεις το γουρούνι!!!!
-Και να χάσω αυτό το θέαμα, Αγγέλα??? ΧΑχαχαχα…
-Ναι ναι… δώσε τώρα ένα χεράκι και πάμε κάπου που φυσάει να στεγνώσω.
  Ψηλά σε ένα λοφάκι με θέα όλο το χωριού, οι δυο νέοι απολάμβαναν το δροσερό αεράκι. Ο νεαρός Άρτι μετά βίας κρατιόταν να μη γελάσει κάθε φορά που κοίταζε τα βρεγμένα μαλλιά της φίλης του. Ξάφνου τους διέκοψε ο ήχος μηχανής αυτοκινήτου. Παραξενεμένοι ,κοίταξαν στη στροφή έξω απ’ το χωριό και αντίκρισαν πίσω απ’ τους αραιούς πλάτανους ένα αμάξι χωρίς οροφή… Ακολούθησαν με το βλέμμα τους τον παράξενο επισκέπτη, μέχρι που τον έχασαν ανάμεσα στα πρώτα σπίτια. Κοιτάχτηκαν….
-Τι γυρεύει ένα αυτοκίνητο εδώ πέρα…? Έκανε απορημένος η Άρτι.
-Πλάκα θα χει να ρθε ο Τζακ, ο γιος της Λίνας… Εκείνος καλέ που έγινε μεγαλοκτηματίας στην Αγγλία, εξήγησε η Αγγέλα .
  Με μια συνωμοτική ματιά οι δυο φίλοι, έτρεξαν στα άλογά τους και έσκισαν σαν αστραπή το δάσος, φτάνοντας μέσα σε πέντε λεπτά στην πλατεία του μικρού χωριού. Παρκαρισμένο σε μια γωνία ήταν το πολυτελές αμάξι και δυο άντρες ντυμένη στην τρίχα βγήκαν απ’ αυτό.
Ο ένας, έπινε διψασμένος νερό απ’ την πηγή, ενώ ο άλλος μιλούσε σε κάποιους χωριανούς.
  Πρώτη και καλύτερη η κοκκινομάλλα, χωρίς να σκεφτεί για καλούς τρόπους, βάδισε γρήγορα προς τον κύριο που μίλαγε με τους υπόλοιπους. Μαυρομάλλης, ψηλός με καλοδιατηρημένο μουστάκι και μαύρο κοστούμι. Μπάτλερ θα ‘ναι… Θεέ μου τι φρίκη, θέλουν και μπάτλερ οι μυγιάγγιχτοι. Στη φάτσα της κοπέλας διαγράφηκε μια αηδιασμένη έκφραση. Βλέποντάς την ο κουστουμαρισμένος κύριος να πλησιάζει ορμητικά, γύρισε ερωτηματικά προς το μέρος της. Πριν προλάβει να πει τίποτα, είχε φτάσει κιόλας δίπλα του και τον κοιτούσε κατάματα προσπαθώντας να δώσει ύψος στον εαυτό της.
-Ποιος είσαι εσύ…? Ρώτησε βάζοντας το χέρι στη μέση και λυγίζοντας το ένα της πόδι.
Ο άλλος απ’ το αμάξι είχε ξεδιψάσει και πλησίασε επιθεωρώντας την απότομη νεαρή. Εκείνη το πήρε χαμπάρι και γύρισε αμέσως προς το μέρος του.
Μάνα μου… απ’ το κλαμπ των φλούφληδων μας ήρθαν. Κοίτα ξανθό καλοχτενισμένο μαλλάκι, στουμπωμένος μες στο κοστουμάκι του. Σαν κότα έτοιμη να σκάσει φαίνεται. Τότε ήταν που στάθηκε δίπλα της και ο Άρτι, πιο χαλαρός απ’ ότι εκείνη, με ένα ερωτηματικό ύφος.
-Δεσποινίς... Μήπως μπορώ να σας εξυπηρετήσω σε κάτι…? ρώτησε απολύτως ευγενικά ο μπάτλερ.
-Ναι… αν μου απαντήσεις θα νοιώθω απόλυτα ευχαριστημένη. Ποιοι είστε?!?!?!?
-Άσε με εμένα Τζων… έκανε παίρνοντας το λόγο ο ξανθός κύριος. Γουίλιαμ Άλμπερτ Άρντλεϋ, ιδιοκτήτης της εταιρείας μεταλλωρύχων του διπλανού χωριού, όπου και πάω για έλεγχο. Και μιας και είμαστε στο δρόμο είπαμε να σταματήσουμε για μια επείγουσα στάση στο χωριό σας.
Η Αγγέλα ένοιωσε ντροπή για τον τρόπο που μίλησε, αλλά μόνο τα μάτια της το έδειξαν που άνοιξαν διάπλατα αμέσως.
-Α…
-Εσάς τα ονόματά σας…?
Τρομαγμένη η κοπέλα ότι τα θέλουν για να τους τιμωρήσουν, άλλαξε αμέσως τη στάση του σώματός της, παίρνοντας το χέρι απ’ τη μέση και κουνώντας τις κόγχες των ματιών της δεξιά και αριστερά σα να θελε να το σκάσει.
-Άρτι και Αγγέλα, επενέβη ο νεαρός. Καλωσορίσατε στο χωριό μας…
 Η Αγγέλα κοίταξε τρομαγμένη και αηδιασμένη το φίλο της…. Η αρρώστια είναι μεταδοτική μου φαίνεται!!! Ακόμα και ο ίδιος ο Άρτι απορούσε με τα λόγια που ξεστόμισε και την κοίταξε απολογητικά. Τότε ήταν που πρόσεξε το πρησμένο χέρι του ξανθού κυρίου. Εκείνος το κατάλαβε και το σήκωσε σαν να μην ήταν τίποτα…
-Απλά είμαι αλλεργικός στα κουνούπια της περιοχής σας…
Η νεαρή τον κοίταξε σαστισμένη σαν να της είχε πέσει το σαγόνι.
-Καλά σοβαρά μιλάς ??? Ξέρεις τι μπορεί να σου κάνουν αυτά τα κουνούπια…? κ. Γουίλιαμ χρειάζεσαι φάρμακο αλλιώς  θα γίνει χειρότερα και θα κάνει κάνα μήνα να περάσει!!!
  Έτσι τα δυο παιδιά οδήγησαν καβάλα στα άλογα τους δυο κυρίους στο μόνο ιατρείο του χωριού, το οποίο δεν είναι άλλο απ’ αυτό που δουλεύει η Κάντυ. Ο Άρτι άνοιξε την πόρτα και έδειξε τους δυο κυρίους να περάσουν μέσα… Πίσω στο μαύρο άλογο η Αγγέλα κοίταζε με την ίδια σαστιμάρα, και όταν εκείνος ανέβηκε στον Φίλιππο δίπλα της εκείνη κούνησε το κεφάλι της και του είπε ειρωνικά…:
-Είναι τελικά μεταδοτικό…. και παρέα πήγαν προς το σπίτι του Άρτι.

                       ****************************
 Στην αίθουσα αναμονής τα υπήρχε η ίδια μυρωδιά της δροσιάς και των φαρμάκων όπως σε κάθε ιατρείο ή φαρμακείο. Λουσμένος στον ιδρώτας ο Άλμπερτ έβγαλε το σακάκι του και σήκωσε μέχρι τον αγκώνα τα μανίκια του πουκαμίσου του. Ο Τζων αντιστάθηκε να τον μιμηθεί. Μόνο αυτοί ήταν εκεί και κάποιο μωρό που έκλαιγε μέσα στο ιατρείο. Σε λίγο ακούστηκε το βαθύ γέλιο του γιατρού και η πόρτα άνοιξε βγαίνοντας έξω οι πρώην ασθενείς και η νοσοκόμα φωνάζοντας με τη τσιριχτή φωνούλα της για τον επόμενο…. Βλέποντας τον Τζων σάστισε και έμεινε εκεί να κρατάει το πόμολο της πόρτας. Τον Άλμπερτ δεν τον αναγνώρισε με κουρεμένα και ξανθά μαλλιά. Εκείνος όμως θα αναγνώριζε παντού αυτή τη μουρίτσα, έστω και μετά από τόσα χρόνια.
-Κάντυ…? έμειναν άφωνοι και οι δυο αντικρίζοντάς την.
Δεν ήταν πια το αγριοκόριτσο που ήξερα, με το τσαπατσουλένιο πρόσωπο και τις ατίθασες κοτσίδες. Τώρα ήταν μια προσεγμένη νοσοκόμα, με τα μαλλιά της πιασμένα σε ένα κότσο που ξέφευγαν μερικές τούφες από πίσω και τις φακίδες να αχνοφαίνονται. Ήταν πιο αναπτυγμένη από παλιά, προς όλους τους τομείς.
  Η Κάντυ έπεσε τρέχοντας στην αγκαλιά του Άλμπερτ, κλαίγοντας από χαρά. Ο καημένος ο γιατρός είχε μείνει να τους κοιτάζει απορημένος. Έριξε μια ματιά στον Τζων, που του ένεψε να ησυχάσει. Όταν χόρτασε η Κάντυ τον καλό της φίλο, απομακρύνθηκε απ’ την αγκαλιά του και αγκάλιασε τον Τζων που στην αρχή δίστασε αλλά παραδόθηκε σε μια ευγενική αγκαλιά, κλαίγοντας κι αυτός. Τελικά ο γιατρός δεν άντεξε…
-Θα μπορούσε κάποιος να μου πει και μένα…?
-Γιατρέ, ο κ. Γουίλιαμ, είπε η Κάντυ προφέροντας δύσκολα το όνομα, είναι αυτός που με είχε υιοθετημένη που σας έλεγα.
- Πολύ χαίρομαι που βρεθήκατε!!! Είπε ο γιατρός δείχνοντας ότι το εννοούσε, αλλά νομίζω πρέπει να περιποιηθούμε το χέρι του κ. Άρντλεϋ, και κάρφωσε με το βλέμμα του το φουσκωμένο χέρι.
 Αφού φρόντισαν το τσίμπημα, η Κάντυ πήρε ρεπό και οδήγησε τον Άλμπερτ στο σπίτι της ελληνικής οικογένειας. Ο έλεγχος στο εργοστάσιο θα γινόταν απ’ τον Τζων, όπως σχεδόν πάντα.
  Δεν τους πρόσεξε κανείς καθώς έμπαιναν στο σπίτι. Όλοι ήταν απασχολημένοι με κάτι. Μόνο όταν πήγαν προς την κουζίνα, τότε η κ. Χριστίνα που μαγείρευε τους κοίταξε παραξενεμένη. Φυσικά τον Άλμπερτ τον γνώρισε αμέσως.
-Κάντυ, κ. Άρντλεϋ...χαιρέτησε κάνοντας ελαφριά υπόκλιση, σκουπίζοντας ταυτόχρονα ένα πιάτο. Έπειτα έριξε μια ερωτηματική ματιά στην Κάντυ.
-κ .Χριστίνα, ο Άλμπερτ είναι αυτός που με έχει υιοθετήσει, επιτέλους με βρήκαν!!!!! Έκανε σχεδόν πετώντας απ’ τη χαρά της.
  Η μικρή Κάθυ, που έτρωγε στην τραπεζαρία μαζί με μια φίλη της σήκωσε το κεφαλάκι της απορημένη. Ο Άλμπερτ συνέχισε.
-Εσείς την φροντίζετε αυτά τα χρόνια κ. Χριστίνα…?
Μόλις πήγε να απαντήσει, ακούστηκαν ποδοβολητά και δυο 12χρονα μπήκαν στην κουζίνα.
-Μαμά, μαμά δεν θα το πιστέψεις…. Η Τερέζα κρατούσε στα χέρια της ένα κατάλευκο γατάκι, όταν αντίκρισε τον Άλμπερτ. Τα δυο μικρά έμειναν να κοιτάνε σαστισμένα.
-Μητέρα, ποιος είναι αυτός…? Ρώτησε πρώτος ο Γουίλ.
-Παιδιά ας μην βιαζόμαστε, ο κ. Γουίλιαμ θα κάτσει μαζί μας και θα τα πούμε το μεσημέρι στο τραπέζι. Θα κάτσετε, σωστά?
-Εμ… Βέβαια, είπε κοιτώντας το συγκατανευτικό ύφος της Κάντυ.
-Τότε, να μην τα λέμε εκατό φορές, δήλωσε η μαμά και γύρισε πίσω στο σκούπισμα των πιάτων. Κάντυ δείξε στον κύριο το δωμάτιο για καλεσμένους και βοήθησέ τον να βολευτεί. Αν θέλετε κάτι παραπάνω κ. Γουίλιαμ να ξέρετε ότι όλα είναι στη διάθεσή σας. Σαν στο σπίτι σας.
-Ευχαριστώ πολύ κ. Ρουσάκη. Σας είμαι ευγνώμων… υποκλίθηκε και η Κάντυ τον τράβηξε βιαστικά να το δείξει που θα μείνει.
Καθώς έφευγαν απ’ την κουζίνα, τα δίδυμα κοίταζαν τον Άλμπερτ με άγριο και υποτιμητικό βλέμμα κάτι που τον τρόμαξε.
   Το δωμάτιο των επισκεπτών ήταν ένα κλασικό ελληνικό υπνοδωμάτιο. Ένα χαμηλό κρεβάτι με καραμελού από πάνω, κουρελού για χαλάκι, μια συρταριέρα πίσω απ’ το κρεβάτι, ένα ολόσωμος ξύλινος καθρέφτης και ένα καντηλάκι με μικρό εικονοστάσι. Η μπαλκονόπορτα, μεγάλη, κάλυπτε σχεδόν όλο τον τοίχο στο βάθος του δωματίου, και άφηνε να φαίνονται οι ζαρντινιέρες με τα τριφύλλια έξω. Ένας καλόγερος δίπλα στην πόρτα έδινε την εντύπωση του ευγενικού μπάτλερ που περιμένει να πάρει τα παλτά των καλεσμένων.
-Ελπίζω να βολευτείς Άλμπερτ, άλλαξε και έλα μέσα.
  Με αυτά τα λόγια η Κάντυ έκλεισε την πόρτα και άφησε τον 27χρονο Άλμπερτ με τις σκέψεις του. Πόσο άλλαξε η Κάντυ… Παλιά δεν θα με άφηνε ούτε στιγμή μόνο, ούτε καν για να αλλάξω, θα ήθελε να μιλήσουμε αμέσως. Αυτή η οικογένεια φαίνεται, την επηρέασε πολύ. Είναι πολύ καλοί άνθρωποι, με τον πατέρα τους συνεργάστηκα για πολλά χρόνια. Πολύ αξιότιμος κύριος, πρέπει να το μετέδωσε και στην οικογένειά του, η γυναίκα του αμέσως με δέχτηκε και με φιλοξενεί σαν προγραμματισμένο καλεσμένο της. Το αγοράκι και το κοριτσάκι πρέπει να τους κακοφάνηκα λίγο, αλλά που θα πάει, θα γνωριστούμε καλύτερα. Αχ, τι ωραία που είναι εδώ… ο Άλμπερτ έπεσε ανάσκελα βάζοντας τα χέρια του πίσω απ’ το κεφάλι του, πάνω στο μαλακό μαξιλάρι. Εισέπνευσε βαθιά φουσκώνοντας τα πνευμόνια του με το δροσερό αέρα. Οι άσπροι τοίχοι, με το φως απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο, σε έκαναν να νοιώθεις σαν να σαι σε ένα ελληνικό νησάκι. Κάντυ, πόσο χαίρομαι που σε βρήκα επιτέλους… Θα χαρούν και τα παιδιά πάρα πολύ, και η θεία… και η Άννυ με την Πάττυ, παρόλο που η Πάττυ δεν σε ξέρει, σίγουρα θα σε συμπαθήσει. Έγινες μεγάλη κοπέλα Κάντυ… Μοιάζεις… Μοιάζεις τόσο πολύ στην αδερφή μου!!!... Απλά εσύ έχεις αυτό το ζωηρό βλέμμα, εκείνη ήταν κουρασμένη. Αχ, Ροζ Μαρί… Έξαφνα αεράκι φύσηξε μέσα στο δωμάτιο, και ο Άλμπερτ ένοιωσε την παρουσία κάποιου δίπλα του. Σηκώθηκε και κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Κανείς… Τότε το βλέμμα του πήρε κάτι λαμπερό πάνω στην κουρελού… Μια γλυκιά Κάντυ, με τη δροσιά του πρωινού ήταν πεσμένη εκεί, κατευθείαν απ’ τον κήπο με τα τριαντάφυλλα.

                       ****************************
-Τρώμεεεεε…. Ελάτε όλοι!!!! Ακούστηκε η φωνή της μητέρας απ’ την τραπεζαρία.
  Ποδοβολητά αντήχησαν σε όλο το σπίτι, καθώς τα δίδυμα έτρεχαν στις εσωτερικές σκάλες και η 6χρονη Κάθυ προχωρούσε βιαστικά με τα λεπτά της ποδαράκια. Το κουδούνι ακούστηκε στην εξώπορτα, και ο καλοντυμένος κ. Μιχάλης βιάστηκε να ανοίξει.
-Μπαμπά…
-Τέιλορ….
 Μέσα μπήκαν τρεχάτα δυο μικρά κεφαλάκια, και ακολούθησαν οι γονείς τους. Μετά από λίγο ξανακούστηκαν χτυπήματα στο ρόπτρο, και η Κάντυ έσπευσε. Στην πόρτα φάνηκε η οικογένεια της Αγγέλας. Ένας κουστουμαρισμένος κύριος με καστανοκόκκινα μαλλιά και μουστάκι στο ίδιο χρώμα, μια όμορφη μικροκαμωμένη κυρία με μαύρα μαλλιά πιασμένα σε έναν περιποιημένο κότσο και ντυμένη στα άσπρα, και από πίσω μπήκε άλλο ένα ζευγάρι, ο μεγαλύτερος αδερφός της Αγγέλας, ίδιος ο πατέρας του, με τη ξανθιά γυναίκα του έγγειο δίπλα του. Αμέσως μετά μπήκε και η Αγγέλα, εντελώς διαφορετική απ’ ότι στο κυνήγι.  Η Κάντυ δεν θα την αναγνώριζε αν δεν είχε το χαρακτηριστικό έντονο κόκκινο χρώμα στα μαλλιά της. Χαμογελαστή, με ένα τιραντέ μακρύ εφαρμοστό κόκκινο φόρεμα, με σχισμή ως το γόνατο και απ’ τις δυο πλευρές. Τα μαλλιά της ήταν καλοχτενισμένα σε έναν προχωρημένο ψηλό κότσο, αφήνοντας κάποιες μπούκλες να πέφτουν μπροστά απ’ τα αφτιά της και τις αφέλειες της ισιωμένες και χωρισμένες στα δύο, μαζεύοντάς τες αντίστοιχα κάτω απ’ τα αφτιά. Μακριά άσπρα διαμαντένια σκουλαρίκια και ασορτί κολιέ ολοκλήρωναν το σύνολο. Τα μάτια ήταν τονισμένα με μολύβι και μάσκαρα, κάνοντάς τα να φαίνονται ακόμα μεγαλύτερα.
-Ουάου… Αγγέλα, τι ομορφιές είναι αυτές??? Ρώτησε πειραχτικά η Κάντυ.
 Η Αγγέλα προσπάθησε να ανέβει τα σκαλιά έξω απ’ την πόρτα και κόντεψε να σωριαστεί με τις άσπρες γόβες της.
-Κάντυ, πρόσεξε τι λες μην πάω τώρα και βάλω φόρμες!!! Μπήκα και γω στο κλαμπ των φλούφληδων μου φαίνεται… έκανε σαν να κλαίει. Αλήθεια εσύ με τη στολή της νοσοκόμας θα σαι??? Πρόλαβε να ανταποδώσει το πείραγμα.
-Ωχ, έχεις δίκιο… Κάντυ είσαι εντελώς εκτός!!!
Έτρεξε βιαστικά κλείνοντας την εξώπορτα, στο δωμάτιό της να αλλάξει. Καθώς περνούσε απ’ το σαλόνι, άκουσε κάποιο σούρσιμο, και είδε τον Άρτι να προσπαθεί να μπει απ’ το μισόκλειστο παράθυρο. Τουλάχιστον δεν είμαι η μόνη άσχετη… Τότε ο νεαρός φάνηκε να την βλέπει.
-Κάντυ… έτρεξε προς το μέρος της και παρέσυρε ένα μικρό τραπεζάκι, με όλα τα γυαλικά πάνω του, που έπεσαν με γδούπο στο χοντρό γυαλί. Ούτε εσύ άλλαξες???
-Όχι, το ξέχασα ότι θα χουμε επισκέψεις σήμερα… Ήρθε και ο Άλμπερτ και δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο.!!! Γρήγορα πάμε γιατί όλοι ήρθαν…
-Τι…? Και η Αγγέλα?? Γούρλωσε τρομαγμένος τα μάτια.
-Ναι… Όλοι όλοι!!!
   Μαζί έτρεξαν στα δωμάτιά τους. Μέσα σε πέντε λεπτά η Κάντυ ήταν έτοιμη, με τις άφθονες μπούκλες της κάτω και τις ατίθασες αφέλειες της μαζεμένες πίσω. Το απλό γαλάζιο στράπλες φόρεμα που φόρεσε, με το σκούρο μπλε μπολερό με τα σουρωμένα μανίκια, την κολάκευε απίστευτα. Το λάστιχο στη μέση, τόνιζε τη λεπτή της σιλουέτα. Ταίριαξε και τακούνια στο ίδιο χρώμα με το μπολερό, και ένα κολιέ από πετονιά και μια λαμπερή μπλε χάντρα στο κενό ανάμεσα στα κόκαλα του λαιμού. Φόρεσε και αντίστοιχη σκιά ,λιπ γκλος και προχώρησε προς την τραπεζαρία. Στο δρόμο την φώναξε ο Άρτι , που περπατούσε σαν πιγκουίνος, στριμωγμένος μέσα στο μαύρο κοστούμι με την κόκκινη γραβάτα. Η Κάντυ του χαλάρωσε λίγο τη γραβάτα και πρόσεξε ότι είχε περιποιηθεί το μικρό δίδυμο πάνω και κάτω απ’ τα χείλια του και φορούσε ωραία αντρική κολόνια.
-Περιποιημένο σε βλέπω Άρτι… πώς και???
-Μη ρωτάς Κάντυ, μη ρωτάς!!!! Έκανε αγανακτισμένος και πήγαν μαζί στην τραπεζαρία που τους περίμεναν εδώ και ώρα ανυπόμονοι.

                       ****************************
  Στο τραπέζι γινόταν χαμός.  Τα παιδιά είχαν βαρεθεί να περιμένουν και φώναζαν, η Κάθυ είχε αράξει στην αγκαλιά του Άλμπερτ και οι κυρίες προσπαθούσαν να σερβίρουν, ενώ ο κ. Μιχάλης με τον μπαμπά της Αγγέλας, κ. Ανδρέα, και τον άντρα τής Τέιλορ μίλαγαν για τις δουλειές τους. Η Αγγέλα καθόταν βαριεστημένη και άκουγε την νύφη της να της μιλάει για την εγκυμοσύνη της, ενώ ο άντρας της εγγείου έπαιζε με το μικρότερο γιο της Τέιλορ. Ο Μιχαλάκης και η θεία του Τερέζα έφτιαχναν καραβάκια από χαρτοπετσέτα. Οι λέξεις και οι φωνές ανακατευόταν και δημιουργούσαν ένα βουητό, που άφησαν τον Άρτι και την Κάντυ άφωνους.
-Άντε, παιδιά που ήσασταν…? Μίλησε η κ. Χριστίνα θυμωμένη.
  Το φαγητό τελικά πήρε τη θέση του και άρχισαν να τρώνε. Στην αρχή δεν ακουγόταν τίποτα, παρά το γκλιν γκλιν των μαχαιροκουταλοπίρουνων. Όταν τα πιάτα σχεδόν άδειασαν, άρχισαν να σχηματίζονται πάλι πηγαδάκια, και τελικά όλοι επικεντρώθηκαν στον Άλμπερτ, που του έκαναν ερωτήσεις τυπικές αρχικά αλλά μετά εξοικειώθηκαν  με τον πρόσχαρο νέο και τον ρωτούσαν πράγματα για την παιδική ηλικία της Κάντυ. Εκείνος υπομονετικά τους εξιστόρησε τα πάντα, που και που πείραζε την Κάντυ για τις αταξίες της. Κάποια στιγμή η Κάντυ πήρε βλέφαρο τον Άρτι να κοιτάει την Αγγέλα που μέχρι τώρα δεν είχε βγάλει άχνα και καθόταν στηρίζοντας το κεφάλι της στην λυγισμένη παλάμη της. Με ένα κούνημα του κεφαλιού του, την ρώτησε τι γίνεται και αυτή έκανε μια γκριμάτσα και σχημάτισε με τα χείλια της το ‘μπλα μπλα μπλα’ που της είχε πάρει το κεφάλι. Έχω χάσει το παιχνίδι με αυτούς τους δύο… σκέφτηκε ύποπτα η Κάντυ.
 Οι ερωτήσεις όλες απαντήθηκαν. Ωστόσο η συζήτηση άλλαξε θέμα και συνέχισαν να μιλάνε για άσχετα πράγματα με τον Άλμπερτ, που φαινόταν να χει γοητευτεί απ’ τις ελληνικές οικογένειες, τόσο της Αγγέλας όσο και των Ρουσάκη. Ξάφνου ο Άρτι ξερόβηξε και ολονών τα βλέμματα έπεσαν πάνω του, κάνοντάς τον να τους κοιτάξει με αμφιβολία.
-Εμ, μιας και είμαστε μαζεμένοι όλοι μαζί, και ο κ. Άλμπερτ θεωρείται οικογένειά μας, θέλω να πω κάτι… Παντρεύομαι…
  Κραυγές χαράς ακούστηκαν σε όλο το δωμάτιο, και οι μισοί δεν το πίστευαν, ειδικά η Τέιλορ που του σήκωσε το φρύδι πονηρά. Τα μικρά γέλαγαν χαρούμενα και η Κάθυ περηφανευόταν ότι θα γίνει παρανυφάκι. Τότε ακούστηκε η ερώτηση…:
-Ποια όμως δεν μας είπε…  καταχαρούμενη η μητέρα του.
Έντονος βήχας σαν πνίξιμο ακούστηκε απ’ την άλλη άκρη του τραπεζιού, και η νεαρή κοκκινομάλλα σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα με πρόσωπο κατακόκκινο απ’ τον βήχα. Ο Άρτι όμως την συγκράτησε απ’ τον καρπό και την έφερε δίπλα του κοιτώντας τη με βλέμμα: δε θα ξεφύγεις…
-Εσύ ποια λες μαμά…? Και έδειξε την νεαρή κοπέλα που πλέον δεν ξεχώριζε μέσα στο κόκκινο φόρεμα και τα κατακόκκινα μαλλιά της.
  Το μελλοντικό ζευγάρι δεχόταν από παντού συγχαρητήρια και «με το καλό», ενώ η Αγγέλα που και που έριχνε δολοφονικές ματιές στον μέλλων σύζυγό της, κάνοντάς τον να ευχαριστιέται το πείραγμα-έκπληξη που της έκανε, με το να ανακοινώσει σήμερα τον γάμο τους. Η Κάντυ ήταν πολύ χαρούμενη και για τους δύο, σιγά σιγά όμως στο μυαλό της άρχισε να σχηματίζεται μια εικόνα.
 Ήταν υπέροχα… Το νερό λαμπύριζε καθώς ο ήλιος ανακλόταν πάνω του, σχηματίζοντας ένα ηλιακό δίχτυ στην επιφάνεια της μικρής λιμνούλας. Τα φύλλα τον δέντρων χόρευαν μαζί με το δροσερό αεράκι, που μετέφερε σταγόνες απ’ τον καταρράκτη και σου πιτσιλούσε το πρόσωπο. Τα χόρτα μύριζαν βροχή…. Και κει στο βάθος δυο νεαροί έφηβοι χαλάρωναν. Μετά το αγόρι αγκάλιασε το κορίτσι και όλα έσβησαν.
 Αχ, Άντονυ… Λες να με έχει ξεχάσει τώρα? Να μη νοιάζεται καθόλου??? Και τώρα που επιτέλους με βρήκε ο Άλμπερτ, και θα γυρίσω πίσω, δεν θα είμαστε όπως παλιά ,καλέ μου Άντονυ??? Τι να κάνεις τώρα και που να βρίσκεσαι???... Η καρδιά της Κάντυ με μιας γέμισε δυστυχία. Είχε πολύ καιρό να σκεφτεί τον Άντονυ, ασχολούνταν με τόσα πολλά πράγματα που το μυαλό της δεν πήγαινε καθόλου σε ‘κείνον. Στα μάτια της φάνηκε η ανησυχία, και ο Άλμπερτ την κοίταξε ανασηκώνοντας τα φρύδια. Εκείνη δεν ήθελε να χαλάσει το περιβάλλον, και κρατήθηκε να μη ρωτήσει εκεί μπροστά τον Άλμπερτ για τον Άντονυ. Θα περίμενε μέχρι να φύγουν όλοι και διακριτικά θα πήγαινε να του μιλήσει.
  Ο κόσμος έκατσε μέχρι τις έξι το απόγευμα. Σε κάποια στιγμή η Κάντυ είδε στραβά κουτσά το νεαρό ζευγάρι να αποτραβιέται έξω στην αυλή μόνο του, και το βέλος τρύπησε πιο βαθιά την καρδιά της. Όταν στο τέλος ο Άρτι έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο της κοπέλας του, έτσι επειδή του το ζητούσαν τα μικρά, κόντεψε να βάλει τα κλάματα εκεί μπροστά και να τους πει να σταματήσουν. Ύστερα όλα ησύχασαν. Η κάθε οικογένεια πήρε το δρόμο της και όλοι πήγαν στα δωμάτιά τους εξουθενωμένοι, εκτός βέβαια απ’ την κ. Χριστίνα που είχε σωρό τις δουλειές. Αποκαρδιωμένη η Κάντυ, ζήτησε συγγνώμη που δεν θα τη βοηθήσει σήμερα και έτρεξε πέφτοντας με φόρα πάνω στο κρεβάτι της. Έκλεισε με γδούπο την πόρτα, και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν βροχή.
  Δεν πέρασε πολλή ώρα, και η πόρτα ξανάνοιξε, μπαίνοντας ήσυχα μέσα ο Άλμπερτ. Είχε αλλάξει ρούχα και τώρα απλά φορούσε ένα πουκάμισο, με παντελόνι και μπότες. Πλησίασε την Κάντυ και την χάιδεψε παρηγορητικά στην πλάτη. Εκείνη σήκωσε λίγο το κλαμένο μουτράκι της και τον κοίταξε.
-Είσαι πιο όμορφη όταν γελάς Κάντυ. Ειδικά τώρα που έγινες ολόκληρη γυναίκα. Τι έπαθες???...
Από τα αναφιλητά η Κάντυ δεν μπορούσε να μιλήσει. Ο λαιμός της είχε δεθεί κόμπος. Όταν κατάφερε να ηρεμήσει κα να πάψει να τρέμει έπεσε στην αγκαλιά του Άλμπερτ και ρώτησε:
-Άλμπερτ… Όταν είδα αυτούς τους δύο σκέφτηκα τον Άντονυ. Τι κάνει??? Ο Άρτσι και ο Στήαρ…? Με θυμούνται ή όχι???
  Με δάκρυα στα μάτια περίμενε με αγωνία την απάντηση.
-Και βέβαια σε θυμούνται μικρή μου… Έχουμε πάψει όμως όλοι να μιλάμε για σένα, μας στενοχωρούσε η θύμηση σου. Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Στο σπίτι στο Λέικγουντ τώρα μένει μόνο η θεία Ελρόυ, μαζί με όλο το προσωπικό και τους Ράνγκαν στο δικό τους σπίτι. Εγώ με τον Τζων, τον Στήαρ και λίγους υπηρέτες είμαστε στο Μπρόντγουεϋ, ενώ η Άννυ με τον Άρτσι κάνουν τον γύρο της Αμερικής. Τώρα ας μη πούμε για τις επισκέψεις της Πάττυ κάθε μέρα και για τους αρραβώνες της με τον  Στήαρ. Ας μην πούμε ακόμα για τον Άντονυ και τον πατέρα του που είναι σε ένα ταξίδι στην Ιαπωνία. Κάντυ, έχεις χάσει μπόλικα επεισόδια. Αλλά και εδώ απ’ ότι βλέπω έχουμε προχωρήσει, είπε δείχνοντας την Κάντυ ολόκληρη. Τι λέει, έγινες νοσοκόμα???
 Η ξανθιά κοπελίτσα δεν μπορούσε να χωνέψει τα νέα που της έφερε τόσο απότομα ο Άλμπερτ. Ο Στήαρ αρραβωνιάστηκε με κάποια Πάττυ, ο Άρτσι είναι με την Άννυ και… ο Άντονυ έγινε ναυτικός και ταξιδεύει μαζί με τον πατέρα του!!! Δεν το χωράει το κεφάλι μου!!! Το βλέμμα της άρχισε να ζωντανεύει και κοίταξε με ορθάνοιχτα λαμπερά μάτια τον συνομιλητή της. Τότε θυμήθηκε ότι πρέπει να απαντήσει.
-Ναι, έγινα… Δηλαδή όχι ακριβώς, με δίπλωμα κλπ αλλά μπορώ να γιατρέψω και να βοηθήσω τους αρρώστους!!! Δεν είναι τέλειο Άλμπερτ?
Καταχαρούμενη πήδηξε φουριόζα για άλλη μία αγκαλιά και κόντεψε να τον ρίξει κάτω, μιας και τώρα ήταν πιο βαριά από παλιά και εκείνος δεν το χε συνηθίσει ακόμα. Ο Άλμπερτ χαζογέλασε και ανταπέδωσε την αγκαλιά.
-Είναι κάτι περισσότερο από τέλειο Κάντυ μου. Έχει περάσει όμως η ώρα, έξω το σκοτάδι έγινε πίσσα, και είμαι πολύ κουρασμένος. Αύριο μας περιμένει μεγάλη μέρα, θα γυρίσουμε πίσω, θα πάω και γω λίγο να ελέγξω την εταιρεία και βουρ για Μπρόντγουεϋ.
-Αχ, Άλμπερτ είμαι τόσο ευτυχισμένη!!! Εντάξει άντε, σε αφήνω να ξεκουραστείς.
Ο νεαρός Άρντλεϋ χαιρέτησε την Κάντυ και πήγε εξαντλημένος κατευθείαν στο δωμάτιό του να κοιμηθεί. Φόρεσε και η Κάντυ τις πιζάμες της και έπεσε να κοιμηθεί. Το μυαλό της όμως δεν ηρεμούσε. Άρχισε να σκέφτεται όλα αυτά που είχε περάσει κατά την παραμονή της σε αυτό το χωριό, τον γιατρό που τη βοήθησε να γίνει νοσοκόμα, τα ζαβολιάρικα παιδάκια της Τέιλορ και το πόσο μεγάλωσε η Κάθυ και τα δίδυμα απ’ την πρώτη φορά που τους είδε. Τόσες πολλές αναμνήσεις δεν της έκανε καρδιά να κλείσει μάτι. Φόρεσε την ρόμπα της και πήγε αθόρυβα σαν γάτα κάτω, στον κήπο που είχε θέα όλη την κοιλάδα, απ’ την πίσω μεριά του σπιτιού. Κάθισε στο παγκάκι μέσα στο σκοτάδι ήσυχα, και κοίταζε τον ξάστερο ουρανό, απολαμβάνοντας το δροσερό αεράκι. Ξάφνου άκουσε ένα ψιθυριστό γελάκι και μια πιο βαριά φωνή μετά. Κοίταξε γύρω στην αυλή. Τίποτα. Ξανακοίταξε. Εκεί, δίπλα στη μεγάλη βελανιδιά ένας νεαρός ήταν στηριγμένος πάνω στον κορμό του δέντρου, κοιτάζοντας την κοπέλα που είχε γύρει πάνω του γελώντας. Η Κάντυ τους κατάλαβε αμέσως, και μη θέλοντας να χαλάσει την ευτυχία τους, γύρισε να φύγει. Δεν τη διακρίνει όμως η προσοχή ,και μέσα στη νύχτα πάτησε ένα κλαδάκι, που έσπασε στην επαφή με το πόδι της. Το ζευγάρι γύρισε και κοίταξε. Όταν κατάλαβαν ποιος ήταν, χαμογέλασαν οικεία και έφυγαν ο ένας απ’ την αγκαλιά του άλλου. Η Αγγέλα πλησίασε την Κάντυ. Τα μαλλιά της ήταν ριγμένα στους ώμους της, όχι όμως το ίδιο κατσαρά και ατίθασα όπως όταν κυνηγούσε. Τώρα έπεφταν όμορφα, σχηματίζοντας πιο αραιές, μεγάλες μπούκλες, κάνοντάς τη να μοιάζει πιο ώριμη και πιο θηλυκή. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει η Κάντυ πώς το έκανε αυτό, να μπουκλώνει πιο έντονα ή το αντίθετο τα μαλλιά της.  Πρέπει να μάθω το κόλπο… Μα τι λέω η ανόητη, ήρθα ενώ δεν έπρεπε!!!
-Παιδιά, συγγνώμη δεν ήξερα…
 Πριν προλάβει να τελειώσει, η Αγγέλα την αγκάλιασε, σφίγγοντάς την μέχρι το κόκαλο. Η Κάντυ κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν να συνεχίσει. Θέλοντας να βγει απ’ την τρυφερή στιγμή, ρώτησε αφελή.
-Πώς αλλάζεις τα  μαλλιά σου από κατσαρά σε λιγότερο κατσαρά..?
  Οι δυο νέοι γέλασαν.
-Απλά Κάντυ, το φυσικό μου είναι αυτό που βλέπεις. Ποτέ δεν μου άρεζε όμως, με έδειχνε πολύ μονδελού, και έβαζα πολύ αφρό μετά το λούσιμο. Έτσι έβγαινε αυτό που έβλεπες. Τώρα όμως λέω να το αφήσω φυσικό, αφού αρέσει και στον Άρτι και σε σένα.
-Ναι, σου πάνε πάρα πολύ. Λοιπόν, εγώ να σας αφήσω, έτσι κι αλλιώς αύριο θα ξυπνήσω νωρίς. Απλά ήθελα να χορτάσω λίγο το μέρος. Αύριο το πρωί θα είσαι εδώ Αγγέλα, για να σε χαιρετήσω???
  Και οι δυο την κοίταξαν απορημένοι.
-Δηλαδή θα φύγεις κιόλας Κάντυ…? Ρώτησε διευκρινιστικά ο Άρτι.
-Ναι, δυστυχώς ο Άλμπερτ δεν μπορεί να μείνει κι άλλο, κι έτσι θα φύγω μαζί του. Θα μου λείψετε πολύ παιδιά.
-Αχ, όχι Κάντυ, μη φύγεις κιόλας!!!....
-Έλα τώρα Αγγέλα, μην κάνεις έτσι, θα ξαναβρεθούμε, θα ρθω και γω, θα ρθείτε και σεις. Πες της Άρτι.
Ο νεαρός κοίταξε την κοπέλα του με αμφιβολία. Το γύρισε όμως αμέσως σε σίγουρη συγκατάνευση.
-Ω, Καντυ… η κοκκινομάλλα έπεσε με φόρα πάνω στην φίλη της. Πρώτη φορά η Κάντυ την έβλεπε να χύνει δάκρυα. Να ρθω μαζί σου??? Να πάω μαζί της??? Γύρισε να πάρει την άδεια.
-Όχι Αγγέλα δεν μπορείς… δεν θα αφήσεις τον Άρτι μόνο του. Θα κλαίει… είπε χαχανίζοντας. Κάτσε εδώ, αν έρθεις εσύ, θα θέλει κι αυτός, μετά και τα δίδυμα, η Κάθυ και δεν θα φύγω ποτέ!!!
-Έχει δίκιο αγάπη μου… πρέπει να γυρίσει μόνη της. Την περιμένουν τόσοι εκεί.
   Με ένα σαρκαστικό βλέμμα, με μισόκλειστα μάτια και στραβωμένο το στόμα της, τον κοίταξε η διπλανή του. Εκείνος χαμογέλασε απολογητικά, έχοντας ορθάνοιχτα τα μάτια του.
-Κάντυ, κάνε πως δεν άκουσες το αγάπη μου… είπε η Αγγέλα. Άντε, θα σε αφήσω να πας μόνη σου, ο Άλμπερτ φαίνεται καλός τύπος. Με αυτά τα λόγια οι δυο νέοι αγκάλιασαν την Κάντυ, την καληνύχτισαν και έφυγαν για το σπίτι της Αγγέλας. Όταν γύρισε μετά από λίγο ο Άρτι, πήγε στο δωμάτιο της Κάντυ και κάθισαν μέχρι το πρωί μιλώντας για τα περασμένα και τα προκείμενα.
  Δεν άργησε να ξημερώσει… Η Κάντυ δεν ξύπνησε τα μικρά, απλά τα χαιρέτησε με ένα φιλάκι, χιλιοφίλησε την συγκινημένη κ. Χριστίνα, τον καλόκαρδο κ. Μιχάλη, την στοργική Τέιλορ και τον άντρα της, την τρελούτσικη Αγγέλα και τον στεναχωρημένο Άρτι. Αποχαιρέτησε και ευχαρίστησε τον γιατρό καθώς και όλους τους προηγούμενους. Τα δυο άλογα έκαναν σαν άνθρωποι, είχαν κατεβασμένα τα αυτάκια τους και χλιμίντριζαν σιγανά. Καθώς το κάρο απομακρυνόταν, η Κάντυ έβλεπε το χωριό στην πλαγιά του λόφου να απομακρύνεται και να χάνεται, και απ’ το μυαλό της πέρασε το καθετί που είχε ζήσει εκεί, με την ελληνική οικογένεια.




***************************************
Τι υπέροχο που είναι το αρχοντικό των Άρντλεϋ…! Η όμορφη νεαρή κοπέλα δεν χόρταινε να θαυμάζει το μεγάλο λευκό αρχοντόσπιτο. Το σπίτι στο Λέικγουντ της φαινόταν παλάτι, αυτό εδώ της θύμιζε αυτοκρατορική έπαυλη!!!! Το αμάξι με το οικόσημο πέρασε την πύλη του σπιτιού και χαμήλωσε ταχύτητα. Απ’ το φιμέ παράθυρο η Κάντυ μπόρεσε να ξεχωρίσει τέσσερις φιγούρες που εντελώς συμπτωματικά συνάντησαν…. Τα περίεργα βλέμματά τους, καρφώθηκαν πάνω στο αυτοκίνητο και πλησίασαν με το ίδιο αργό και ακλόνητο βήμα… Η Κάντυ αναγνώρισε αμέσως το κορίτσι που προπορευόταν, τέτοια πρόσωπα δε λησμονιούνται εύκολα!
Ο Τζων βγήκε και άνοιξε τις πόρτες, πρώτα του Άλμπερτ και ύστερα της Κάντυ. Τότε ήταν που αντίκρισε τα βλέμματά τους, μετά από πέντε ολόκληρα χρόνια… Δεν είχε αλλάξει τίποτα… Δεν έχει αλλάξει τίποτα…! Μπορεί να έχουν μεγαλώσει, αλλά έχουν τα ίδια παγερά βλέμματα, απόμακροι και υπερόπτες όπως τότε, που μου έκαναν τη ζωή κόλαση!!! Ελίζα, Νηλ, κα Ράνγκαν, θεία Ελρόυ… Δεν είμαι όμως πια το ανυπεράσπιστο αθώο κοριτσάκι… Σε τέτοιους ανθρώπους δεν χρειάζεται σεβασμός! Μόνο τη μεγάλη θεία θα σεβαστώ… κανέναν άλλο!!!
Οι αναμνήσεις απ’ τα χρόνια της στον οίκο των Ράνγκαν, έκρυψαν τον ήλιο του εσωτερικού της κόσμου, σαν μαύρα σύννεφα! Η έκφρασή της σκιάστηκε… Απέναντί της όλοι ήταν κάτασπροι σαν το πούπουλο του κύκνου… Νόμιζαν ότι βλέπαν φάντασμα, το φάντασμα της Ροζ Μαρί. Η Κάντυ, ντυμένη με ένα γαλανό φόρεμα, με πιο έντονο γαλάζιο κάτω απ’ τους αγκώνες και στο τελείωμα ,με σούρες και δαντέλα, με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά και με τις πιο κοντές τούφες να κρύβουν ρομαντικά το πρόσωπό της, ήταν ίδια η μητέρα του Άντονυ. Όταν ο Άλμπερτ στάθηκε δίπλα της, η θεία Ελρόυ λίγο έλειψε να λιποθυμήσει… Κανείς δεν τολμούσε να βγάλει μιλιά… Μέχρι που η Ελίζα κατάλαβε… στο πρόσωπό της εμφανίστηκε εκείνο το δαιμονικά πονηρό, σαρκαστικό χαμόγελο ,που η Κάντυ θυμόταν τόσο καλά!!!...
-Κάντυ….? Είπε με μια δόση απορίας. Η στριγγλιάρικη, πιο βαριά από παλιά φωνή, ηχούσε σαν ξεκουρδισμένο βιολί στο αφτί της νεαρής κοπέλας.
Στο άκουσμα αυτού του ονόματος, τα μάτια και των τεσσάρων άνοιξαν διάπλατα. Μόλις η Κάντυ σούφρωσε τις αραιές φακίδες της, η Ελίζα ήταν σίγουρη!!!
-Ω, θείε μου Γουίλλιαμ, δεν μας ενημέρωσες για τα ευχάριστα νέα!!! Το στόμα της μόνο οξύ δεν έσταξε καθώς έλεγε «ευχάριστα»…
Η Κάντυ, αποφασισμένη να ανταπαντήσει, συνέχισε χαρίζοντάς τους ένα γοητευτικό χαμόγελο.
-Ήταν έκπληξη καλή μου Ελίζα… ένα τέτοιο «ευχάριστο νέο», γιατί να μην κρατηθεί σαν έκπληξη????
Δίχως να περιμένει την απάντηση της Ελίζας, προχώρησε κατευθείαν στη μεγάλη θεία, σφιχταγκαλιάστηκαν και η Ελρόυ της έλεγε με δάκρυα στα μάτια πόσο πολύ της έλειψε!!! Οι άλλοι τρεις ακόμα δεν μπορούσαν να χωνέψουν το γεγονός, και ιδίως γιατί αυτοί είχαν φροντίσει να ξεφορτωθούν την Κάντυ… Τους χαιρέτησε κι αυτούς με μια χειραψία και η οικογένεια Ράνγκαν αποχώρησε για τη βόλτα της, ενώ η μεγάλη θεία με τον Άλμπερτ και την Κάντυ, μπήκαν καταχαρούμενοι μέσα στο μεγάλο αρχοντικό.
Σε λίγο άρχισε να βρέχει…. Το φθινόπωρο είχε μπει πλέον για τα καλά και η ανασυγκροτημένη οικογένεια απολάμβανε τη ζεστασιά της φωτιάς στο μικρό καθιστικό. Η Κάντυ, μέσα στο βαθυκάστανο μακρύ της φόρεμα, με τα χιαστί κορδόνια γύρω στα μανίκια με τις μακριές άκρες, το συγκρατημένο ντεκολτέ με το τρίγωνο στη μέση που κατέληγε σε ένα χρυσαφένιο διακοσμητικό κουμπί και τις σούρες, βυθισμένη στη μεγάλη πολυθρόνα ήταν ότι πιο όμορφο υπήρχε αυτή την κρύα μέρα του Οκτώβρη. Δεν σταματούσε να αφηγείται ξανά και ξανά ό,τι είχε περάσει αυτά τα υπέροχα πέντε χρόνια, και ύστερα με τη σειρά της η θεία Ελρόυ, την ενημέρωσε για τον Άντονυ και τον πατέρα του στο ναυτικό, τον Άρτσι και την Άννυ που σε ένα μήνα θα αρραβωνιαστούν, καθώς και όλη την ιστορία για την Πάττυ και τα κατορθώματα του Στήαρ στον πόλεμο καθώς και τον επικείμενο γάμο τους. Τότε ήταν που ακούστηκαν βήματα και η Ντόροθυ μπήκε μέσα πληροφορώντας τους για την άφιξη των δυο ζευγαριών. Μόλις αντίκρισαν και οι πέντε την Κάντυ, τα έχασαν… Τώρα, με τα κατσαρά ατίθασά μαλλιά της ριγμένα στους ώμους, έμοιαζε περισσότερο στην παλιά Κάντυ. Το δωμάτιο γέμισε χαρούμενες φωνές και κλάματα, ιδίως από μέρους της Άννυ, που πρώτη-πρώτη έπεσε στην αγκαλιά της καλής της φίλης, όπως τότε στο ορφανοτροφείο, όταν φοβόταν τα βράδια. Μετά ο Άρτσι, η Ντόροθυ κατασυγκινημένη και ο Στήαρ, που στηριζόταν στην αρραβωνιαστικιά του και ένα κομψό μπαστουνάκι. Η Κάντυ έσφιξε και χαμογέλασε εγκάρδια στην ντροπαλή Πάττυ, της συστήθηκε και ύστερα δέχτηκε την αγκαλιά του Κλύν, που έπεσε πάνω της με φόρα. Ήταν πολύ πιο βαρύς, και πιο λίγο ζωηρός, αλλά είχε την ίδια γλυκιά φατσούλα. Όλοι ήταν πανευτυχείς, δεν έπαυαν να θέλουν να μιλήσουν με την Κάντυ, που η καημένη προσπαθούσε να τους ακούσει όλους προσεκτικά…
Μετά από ώρες, και όταν κατάλαβαν ότι πλέον είχε πέσει για τα καλά η νύχτα, αποσύρθηκαν όλοι χωρίς βραδινό, στα δωμάτιά τους. Η Άννυ βέβαια και ο Κλύν, κοιμήθηκαν πλάι στην παλιά τους φίλη, που ευγνώμων ευχαριστούσε για ό,τι της είχε συμβεί μέχρι τώρα….
***************************************
Μια νέα μέρα άρχιζε πάλι στον αρχοντικό των Άρντλεϋ… Μια μέρα που άρχισε με χαρμόσυνες αφίξεις. Η μεγάλη άμαξα πέρασε την πόρτα, και η Ντόροθυ, οικονόμος πια της οικογένειας, υποδέχτηκε τους κυρίους Μπράουν. Καταχαρούμενος απ’ την απροσδόκητη επίσκεψη έτρεξε ο Άλμπερτ, ξεχνώντας τη συμπεριφορά που αρμόζει σε οικογενειάρχη. Αγκάλιασε τον ανιψιό του, που είχε γίνει άντρας 20 χρονών, και με μια εγκάρδια χειραψία υποδέχτηκε τον γαμπρό του. Φορούσαν τις μαύρες, χειμωνιάτικες, στολές του ναυτικού και κρατούσαν τα πηλήκιά τους κάτω απ’ τον ώμο τους. Ο νεαρός ήταν ίδιος ο θείος του. Ψηλός και καλλίγραμμος, με περισσότερες γωνίες απ’ ότι παλιά, και τα ατημέλητα μαλλιά του να τελειώνουν λίγο πάνω απ’ την άκρη του λαιμού του. Αφού χαιρέτησαν και τη θεία, έφυγαν γρήγορα στα δωμάτιά τους, να ξεκουραστούν και να φρεσκαριστούν. Ο πατέρας προτίμησε να κοιμηθεί και για λίγο, ενώ ο νεαρός Μπράουν άλλαξε ρούχα και κατέβηκε στην τραπεζαρία πεινασμένος. Αφού έφαγε μαζί με τους θείους του, πήρε δρόμο για την βιβλιοθήκη, εκεί που η μητέρα του καθόταν με τις ώρες τις βροχερές μέρες που δεν μπορούσε να είναι στον κήπο της.
Καθώς προχωρούσε όμως στο διάδρομο, μια πόρτα άνοιξε και από μέσα ξεπρόβαλε μια όμορφη δεσποινίδα, μέσα στην κατάλευκη ρόμπα της. Ξανθές τούφες έκρυβαν το μέτωπό της και τα μισόκλειστα μάτια της έδειχναν ότι ήταν αγουροξυπνημένη. Πίσω της βγήκε μια άλλη κοπέλα, με μακριά ολόισια μαύρα μαλλιά, αγκαλιά με το ρακούν. Η Άννυ πια δεν είχε αφέλειες, αλλά μια περιποιημένη μακριά φράντζα. Το βλέμμα όμως του νεαρού είχε καρφωθεί επίμονα στο πρόσωπο της ξανθιάς κατσαρομάλλας. Τα μπλε μάτια του, είχαν ανοίξει διάπλατα, σαν ωκεανός που ετοιμάζεται να σε καταπιεί! Απέναντί του έβλεπε το κορίτσι που νόμιζε ότι είχε χάσει για πάντα…! Τον κοιτούσε με μάτια φοβισμένα, και φαινόταν ότι δίσταζε. Τότε είδε το όνομά του να σχηματίζεται στα χείλη της, και ήταν σίγουρος… Περπάτησε γρήγορα προς το μέρος της και την έφερε στην αγκαλιά του. Εκείνη χώθηκε στον ώμο του και τον έβρεξε με τα δάκρυά της. Η νεαρός της χάιδευε τις πυκνές τις μπούκλες και πίεζε την μέση της πάνω του. Όταν άνοιξε τα μάτια του, είδε πίσω τους την Άννυ να του χαμογελάει πονηρά, και να περνάει δίπλα τους νεύοντάς του έναν χαιρετισμό-πείραγμα. Ο Κλύν στην αγκαλιά της είχε γίνει ροζ, και έκρυβε τα μάτια του με τις μικρές του πατούσες. Μετά από λίγο, η Κάντυ έφερε πίσω το πρόσωπό της, ώστε να μπορεί να κοιτάξει κατάματα τον Άντονυ, ο οποίος σκούπισε με τα δάχτυλά του απαλά τα δάκρυα που κυλούσαν στο μάγουλο της κοπέλας. Της χαμογέλασε, και εκείνη του ανταπέδωσε, καθρεφτίζοντας την απόλυτη ευγνωμοσύνη στα μάτια της.
-Κάντυ… πόσο καιρό έχεις εδώ??? Πότε σε βρήκαν? Ποιος…? Γιατί εμένα δεν μου είπε κανείς τίποτα…????
Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή …Η νεαρή γυναίκα έφερε την παλάμη της στα χείλη του, θέλοντας να τον σταματήσει…
-Σσσς… Δεν χρειάζεται να ρωτάς, τώρα είμαι εδώ, είσαι κι εσύ εδώ… Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, καλέ μου Άντονυ!!! Νόμιζα ότι με είχες ξεχάσει…
-Κάντυ, μα τι λες??? Δεν σε ξέχασα ούτε στιγμή… Τα πάντα μου θύμιζαν εσένα, όπου και να πάω ήσουν εσύ…!!!
-Αχ, είμαι τόσο χαρούμενη…!!! Είπε και ξαναέπεσε στη ζεστή αγκαλιά του Άντονυ.
Αφού μείναν μαζί για αρκετή ώρα, κατέβηκαν και οι δυο στην τραπεζαρία, όπου όλοι τρώγαν…. Κανένα απ’ τα αδέρφια Κρόνγουελ δεν κοίταξε τον Άντονυ με ζήλεια όπως παλιά, που τσακωνόταν με το παραμικρό για την Κάντυ. Καθώς η Κάντυ έτρωγε την βάφλα με το ζεστό παγωτό, άκουγε τον Άντονυ να συζητάει με τον πατέρα του και τον Άλμπερτ. Προσπαθούσε να μην της ξεφύγει λέξη απ’ ότι λέγαν… Στο τέλος, αφού το αποφάσισαν, τους ανακοίνωσαν πως, για να γιορτάσουν τον ερχομό της Κάντυ, θα επισκεφτούν το παλιό εξοχικό της οικογένειας Μπράουν στο Πουέρτο Ρίκο.
Από όλους βγήκαν κραυγές χαράς, και οι τρεις κοπέλες έτρεξαν φουριόζες να ετοιμάσουν τα πράγματά τους. Μαζεύτηκαν στο δωμάτιο της Κάντυ, και βοηθώντας η μία την άλλη, άδειασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν στις βαλίτσες τους. Τι φορέματα, κοσμήματα, αρώματα και παπούτσια. Η Κάντυ δεν ξέχασε να βάλει και το κουτάκι που της είχε λείψει τόσα χρόνια, με το οικόσημο που είχε απ’ την πρώτη της συνάντηση με τον Άλμπερτ, το σταυρό της κ. Πόνυ, το αποξηραμένο τριαντάφυλλο, δώρο γενεθλίων απ’ τον Άντονυ, και το κολιέ της Ροζ Μαρί.
Νωρίς το απογευματάκι ήταν όλοι έτοιμοι να φύγουν… Πήραν τα αμάξια και κατευθείαν για το λιμάνι. Το πλοίο φάνηκε να αργεί πολύ!!! Η Κάντυ κοιτούσε ανυπόμονα στην απέναντι πλευρά, και δεν χόρταινε το ορεινό τοπίο! Η απογευματινή ομίχλη το έκανε φαντασμαγορικό, και έμοιαζε το νησί να αιωρείται πάνω στη θάλασσα. Ο ήλιος που έδυε καθρεφτιζόταν πάνω στα σκοτεινά νερά, και σιγά σιγά έφευγε, δίνοντας τη θέση του στην σελήνη, που ξεπρόβαλε ντροπαλή πίσω απ’ τα κύματα. Όταν ήχησε η σφυρίχτρα, η Κάντυ ένιωσε τον υγρό αέρα να διαπερνά τα πνευμόνια της. Πήραν άμαξες και έφυγαν για το παλιό σπίτι στην άκρη της θάλασσας….
***************************************
Ένα σπίτι στις παρυφές του βουνού, στην Κεντρική Κορδιλιέρα, εκατό μέτρα πάνω απ’ τη θάλασσα, κρυμμένο μέσα στα έλατα και τα πεύκα. Από κάτω μπορούσες να ακούσεις τα κύματα που έσκαγαν με λύσσα πάνω στο διαβρωμένο βράχο.
Ένα σπίτι από πέτρα. Όμορφη καφεκοκκινωπή πέτρα. Το μεσαίο μέρος του σπιτιού, που εξείχε απ’ το δεξί και το αριστερό, ήταν από λευκόχρωμη πέτρα και γεμάτο μεγάλα παράθυρα που ξεκινούσαν λίγο πάνω απ’ τη βάση. Στο δεξί και το αριστερό μέρος υπήρχαν τέσσερα μεγάλα μπαλκόνια στο καθένα, με πέτρινα κάγκελα. Τα μπαλκόνια στηριζόταν σε τεράστιες κολώνες μέσα στη θάλασσα, και στο κάτω μέρος ήταν γεμάτα φύκια και στρείδια. Πίσω και στα πλάγια, πλαισίωναν το αρχοντικό μικροί πανέμορφοι κήποι, με διάφορα στρώματα και μικρά ξέφωτα χτισμένα από λευκό μάρμαρο, άλλα με στέγη και άλλα ξεσκέπαστα. Μεγάλες πήλινες γλάστρες και χαμηλά παρτέρια ήταν σκορπισμένα εδώ και κει, με πολύχρωμα λουλούδια και μικρά κυπαρίσσια, κουρεμένα σε κάθε είδους σχήμα. Ένα σιντριβάνι με τον Έρωτα να ρίχνει βέλος και απ’ την φαρέτρα να βγαίνει νερό, ένας πέτρινος καταρράκτης και μια λιμνούλα με γέφυρα, παπάκια και νούφαρα. Στη σκάλα της εισόδου, δεξιά και αριστερά ήταν δυο αγάλματα. Μια μούσα της αρχαίας Ελλάδας, παθιασμένη αρπίστρια, και απ’ την άλλη μια δεύτερη που έπαιζε βιολί με κλειστά μάτια. Από κάτω τους κυλούσε τεχνητό ρυάκι, και ανάμεσα στα δυο κάγκελα-υδάτινα φίδια, χτισμένη η σκάλα. Η μεγάλη δρύινη πόρτα είχε ένα κλειδί του σολ, χωρισμένο στη μέση, γεμάτη πεντάγραμμα και νότες διάσπαρτες. Όποιος έφτιαξε αυτό το σπίτι, ήταν λάτρης της μουσικής… Σκέφτηκε η Κάντυ, ανεβαίνοντας τα σκαλιά πλάι στον Άντονυ. Η οικονόμος που τους υποδέχτηκε εγκάρδια, φορούσε τη στολή του προσωπικού της οικίας. Ριγέ ασπρόμαυρο πουκάμισο, με φόρεμα μαύρο εφαρμοστό, μέχρι το γόνατο, που άρχιζε από το τελείωμα του μπούστο, απ’ όπου και κρατιόταν με φαρδιές τιράντες. Στα μαλλιά τους είχαν περασμένη μια μαύρη κορδέλα, δεμένη φιόγκο στο πλάι. Για τους άντρες αντίστοιχα, ριγέ πουκάμισο, μαύρο γιλέκο και παντελόνι. Ήταν σα να μπήκες στη σκάλα του Μιλάνου, και όπου να ‘ναι άρχιζε η συναυλία.
Τα πάντα μέσα ήταν φτιαγμένα από βερνικωμένο ξύλο… Η Κάντυ χάιδεψε με το χέρι της τα περίτεχνα σκαλισμένα κάγκελα της μεγάλης κλίμακας. Αφού κανόνισαν τα δωμάτια, ο καθένας πήγε να ξεκουραστεί στο δικό του. Η νεαρή κοπέλα μόλις που πρόλαβε να αλλάξει και να βάλει πιο άνετα ρούχα. Ένα άσπρο φόρεμα, με χιαστί χρυσά κορδόνια στο στήθος, ντεκολτέ V, και φαρδιά χρυσή ζώνη κάτω απ’ το μπούστο, που δημιουργούσε κυματάκια στο κάτω μέρος του φορέματος. Μάζεψε τις χρυσαφένιες μπούκλες της σε αρχαιοελληνικό κότσο, και πέρασε μια χρυσαφιά κορδέλα γύρω στο μέτωπό της, αφήνοντας λίγες κατσαρές τούφες δεξιά και αριστερά του κεφαλιού της. Η πόρτα χτύπησε και μέσα μπήκε ο Άντονυ. Το άσπρο πουκάμισο με το μαύρο ξεκούμπωτο γιλεκάκι τον έκαναν πιο αρρενωπό απ’ ότι ήταν. Η Κάντυ δεν μπορούσε να πιστέψει το πόσο μεγάλωσε. Γύρισε ξαφνιασμένη και τον κοίταξε. Εκείνος της χαμογέλασε για να την ηρεμήσει, και άνοιξε τις μπαλκονόπορτες, προχωρώντας έξω, για να βυθιστεί στο νυχτερινό τοπίο. Ενστικτωδώς η κοπέλα τον ακολούθησε και στάθηκε πίσω του, θαυμάζοντας τον ξάστερο ουρανό και το μεγάλο φεγγάρι που τους φώτιζαν. Το απαλό αεράκι, με τη μυρωδιά της θάλασσας, και ο ήχος του πλέον ήρεμου νερού, την παρακίνησαν να κλείσει τα μάτια και να αφεθεί στα χέρια της φύσης. Όταν τα άνοιξε, ο Άντονυ ήταν γερμένος πάνω στα κάγκελα και κοιτούσε τον ουρανό. Πόσο μικρός της φαινόταν εκεί, με τα μπλε μάτια του να γυαλίζουν στο φως των αστεριών. Πήγε και στάθηκε ακριβώς δίπλα του, προσπαθώντας να ζεσταθεί ακουμπώντας στον ώμο του. Εκείνος νιώθοντας μέσα απ’ το πουκάμισο το κρύο της δέρμα, έφερε το χέρι του γύρω της .
-Αυτό το σπίτι είναι της μητέρας του πατέρα μου… Την λέγαν Ευτέρπη, σαν τη μούσα της μουσικής, και είχε πάθος με αυτή και της μούσες της αρχαίας Ελλάδας… Εδώ έμενε μετά το θάνατο του παππού μου, και γέμιζε το δάσος μελωδίες. Ήξερε να παίζει όλα τα όργανα, αλλά λάτρευε την άρπα και το βιολί, που έπαιζε εκείνος. Όταν πέθανε το κληρονόμησε ο πατέρας μου. Δεν είναι υπέροχο Κάντυ…? είπε κοιτάζοντάς τη βαθιά μέσα στα μάτια.
-Ναι, Άντονυ… είναι το πιο όμορφο σπίτι που έχω δει!!! Με τους κήπους και τα σιντριβάνια, τη μελωδία του θαλασσινού αέρα να σφυρίζει μέσα στα βουνά και τα κύματα της θάλασσας. Αχ, Άντονυ… θέλω να μείνω εδώ για πάντα… μαζί σου.
Η Κάντυ πρόσθεσε αυτό το τελευταίο χαμηλώνοντας τη φωνή της και σκύβοντας ναζιάρικα το κεφάλι. Δάγκωσε παιδιαρίστηκα τα χείλια της και τον κοίταξε με ζωηρή ματιά. Χαμογελούσε με αυτοπεποίθηση και ενθαρρυμένος την πλησίασε και την φίλησε στον ώμο. Ύστερα της έπιασε το χέρι και το έβαλε μέσα στα δικά του.
-Κάντυ μου… Με σκέφτηκες καθόλου τόσα χρόνια??? Όταν σε είδα τρόμαξα να σε γνωρίσω αγριοκόριτσο!
-Καλέ μου Άντονυ… Όποτε έβλεπα ζευγάρια ένιωθα να χάνομαι μέσα στο κενό, θυμόμουν εμάς, θυμόμουν εκείνη τη τελευταία μας μέρα, στην πύλη του Άρτσι… Δεν ξέρεις πόσο μου έλειπες!!!
-Μμμμ… ξέρω Κάντυ ότι ήταν πολύ λιγότερο απ’ όσο μου έλειπες εσύ! Ξέρεις όμως τι κατάλαβα αυτά τα χρόνια που ήμουν μακριά σου???...
-Τι κατάλαβες Άντονυ…? Ρώτησε η κοπέλα με προσμονή.
Απάντηση δεν ήρθε. Ο νεαρός απλά χαμήλωσε χαμογελώντας το κεφάλι και όταν το σήκωσε ήταν κόκκινο! Είχε ένα ντροπαλό ανασφαλές χαμόγελο και την κοιτούσε κουνώντας νευρικά το πόδι του. Τελικά άνοιξε το στόμα του να πει κάτι, αλλά το ξανάκλεισε και την έπιασε απ’ το χέρι. Την οδήγησε έξω απ’ το αρχοντικό, προσέχοντας να μην τους πιάσει κανείς στα πράσα. Έτρεχε καθώς κατέβαινε τα σκαλιά, παρασύροντας την Κάντυ που δεν μπορούσε καλά καλά να περπατήσει με τα ψηλά της παπούτσια. Τον έχασε!!!
Άρχισε η φακιδομούρα να τον ψάχνει χαζογελώντας. Τον άκουγε να πατάει που και που ένα ξερό κλαδάκι, αλλά δεν μπορούσε να τον φτάσει. Τελικά έβγαλε τα παπούτσια και τον κυνήγησε τρέχοντας σαν λαγός, με τα ξυπόλητα πόδια της να ακουμπάνε το δροσερό γρασίδι. Οδηγήθηκαν σε έναν κήπο με έλατα, καλό μέρος για να κρυφτείς. Όταν ήταν έτοιμη να τον τσακώσει πίσω από ένα παχύ έλατο, ακούστηκε ένα διαπεραστικό μπουμπουνητό, και η κοπέλα έκλεισε τρομαγμένη τα αφτιά της, κάνοντάς τον να γελάσει με την καρδιά του. Γελώντας μαζί, πήγαν χέρι χέρι σε ένα ξέφωτο, έχοντας τον Έρωτα να τους στοχεύει με το βέλος. Στριφογύρισαν για αρκετή ώρα εκεί, η Κάντυ μάζεψε και λουλούδια. Ο Άντονυ πίσω της δεν είχε πάρει τα μάτια του πάνω απ’ το πρόσωπό της… Τότε η κοπελίτσα ένιωσε μια στάλα να βρέχει την γυμνή παλάμη της, και μετά άλλη μία και μια μεγαλύτερη. Σιγανά άρχιζε να ακούγεται ο ήχος της βροχής πάνω στα φύλλα των φυτών. Έβρεχε πια για τα καλά, αλλά όταν γύρισε να κοιτάξει τον ξανθό νεαρό, τον είδε εκεί σε εντελώς χαλαρή στάση, με ένα υπέροχο χαμόγελο στο πρόσωπό του και τα χέρια στις τσέπες του βρεγμένου παντελονιού του. Προχώρησε μπροστά του και του μίλησε, του είπε κάτι σαν «βρέχει δυνατά, δεν θα πάμε μέσα»?... Εκείνος συνέχιζε να την κοιτάει με το ίδιο βλέμμα, απορροφημένος στις σκέψεις του. Του έριξε ένα αινιγματικό βλέμμα, κι αυτός χωρίς προειδοποίηση την άρπαξε και την έριξε μέσα στο γεμάτο με νερό σιντριβάνι. Η κοπελίτσα έγινε μούσκεμα ως το κόκαλο. Εκνευρισμένη καθώς ήταν, ξύπνησε μέσα της η παλιά Κάντυ, εκείνο το πειραχτήρι στο ορφανοτροφείο που έδενε τα παπάκια όλα μαζί απ’ το λαιμό. Με ένα πονηρό χαμόγελο, βούτηξε πάλι στο νερό, και έτρεξε γρήγορα να τον αγκαλιάσει και να τον κάνει μούσκεμα.
Γελώντας και οι δυο, άρχιζαν να πασαλείβουν ο ένας τον άλλο με νερό της βροχής, και στο τέλος κατάντησαν να είναι γεμάτοι λάσπες απ’ τη μέση και κάτω. Η Κάντυ είχε επιδωθεί σε ένα νευρικό γέλιο, και κοίταζε τον Άντονυ σαν νευρόσπαστο, γελώντας με βαριά φωνή. Όταν είδε ότι αυτός είχε πάψει να γελάει και απλά χαμογελούσε, πήρε την κανονική της στάση και τον κοίταξε ερωτηματικά.
Έμειναν εκεί οι δυο τους να κοιτάζονται για ώρες και να απολαμβάνουν το ότι είναι μαζί… Βυθίζονταν στον κόσμο του άλλου. Αργά-αργά, πλησίασαν τα πρόσωπά τους ,η Κάντυ ακόμα χαζογελώντας, με το γέλιο της να σβήνει σιγανά. Ύστερα ο Άντονυ την έπιασε τρυφερά απ’ τη μέση και την κόλλησε πάνω του, κλείνοντας τα μάτια……….
***************************************
Κάθισαν μαζί πολύ ώρα, εκεί, ένας άντρας και μια γυναίκα, κάτω απ’ τη σιγανή βροχή και τα φωτεινά αστέρια, με το φεγγάρι να τους κοιτάει αδιάκριτα και να φωτίζει τα πρόσωπά τους. Η Κάντυ κρύωσε και άρχισε να φταρνίζεται. Έτσι πήγαν μέσα. Όλοι πρέπει να κοιμόταν, ή τουλάχιστον ήταν κλεισμένοι στα δωμάτιά τους. Άναψαν το τζάκι και κάθισαν στον καναπέ αγκαλιασμένοι, να κοιτάνε τις στάλες της βροχής καθώς έβαζαν αγώνες πάνω στο τζάμι του μεγάλου παραθύρου. Η Κάντυ πέρασε τα χέρια της γύρω στο λαιμό του και τον φίλησε ξανά.
-Ξέρεις Κάντυ… την διέκοψε ο Άντονυ, απομακρύνοντας την λίγο… Να, εμ… επειδή σ’ αγαπώ, και θέλω να μείνεις μαζί μου για πάντα… εμ… θέλεις να με παντρευτείς???
-ΝΑΙ!!!.... απάντησε η Κάντυ καταχαρούμενη, γελώντας ως τα αφτιά, χωρίς να περιμένει δευτερόλεπτο….
Δεν το ανακοίνωσαν σε κανέναν… Κάθισαν μια βδομάδα σε εκείνο το σπίτι, και κάθε μέρα δεν έφευγε λεπτό ο ένας δίπλα απ’ τον άλλο. Περνούσαν μαζί τις ώρες τους έξω, μέσα στα λουλούδια και τα σιντριβάνια. Τις κρύες νύχτες καθόταν αγκαλιασμένοι, ξεφυλλίζοντας κανέναν παλιό αραχνιασμένο άλμπουμ με φωτογραφίες. Δεν είχαν πια κανένα μυστικό ο ένας απ’ τον άλλο, και ο Άντονυ δεν τσιγκουνευόταν καθόλου να της χαρίζει κάθε λίγο ένα μεγάλο σ’ αγαπώ, που το ανταπέδιδε με ένα γλυκό φιλί…
Όταν το ανακοίνωσαν, το είχαν ήδη καταλάβει όλοι!!!... Οι αρραβώνες ήταν φανταστικοί, με τον κόσμο να μην προλαβαίνει να συγχαρεί το ζευγάρι. Ο γάμος τους ήταν ακόμα πιο ρομαντικός, με άσπρα τούλια και κόκκινα τριαντάφυλλα παντού!!!... Μέσα σε μια βδομάδα έγιναν τρεις γάμοι, του Στήαρ και της Πάττυ, του Άρτσι και της Άννυ και τελευταίος του Άντονυ και της Κάντυ. Όλοι οι καλεσμένοι ήταν εκεί… Η κ. Πόνυ και η αδερφή Μαρία, τα παιδιά απ’ το ορφανοτροφείο, ο Τομ, οι φίλοι και γνωστοί του Άντονυ απ’ το ναυτικό και τα ταξίδια του, οι συγχωριανοί της Κάντυ αυτά τα πέντε χρόνια, η ελληνική οικογένεια και η οικογένεια της Αγγέλας και της Τέιλορ… Η νεαρή νυφούλα ήταν τόσο ευτυχισμένη!!!... Το βράδυ, αφού βγήκαν φωτογραφίες στην πανσέληνο και στον κήπο με τα τριαντάφυλλα, στο Λέικγουντ, έμειναν μόνοι τους, με τα νυφικά τους ρούχα στη λιμνούλα μπροστά στην πύλη του Άρτσι.
-Θα είμαστε για πάντα μαζί Άντονυ… ε?
Ο γαμπρός κατάλαβε το φόβο που ένιωθε η γυναίκα του, και το πόσο πολύ τον αγαπούσε…
-Αγάπη μου… σ’ αγαπώ όσο δεν μπορείς να φανταστείς! Απ’ την πρώτη στιγμή, τότε που σε είδα στην πύλη με τα τριαντάφυλλα κλαμένη, μου άρεσες… Όπου και να πάω είσαι εσύ, Κάντυ…. τέλειωσε δίνοντάς της ένα φιλί.
Και μες στο απαλό φεγγαρόφως της νύχτας, με την σιωπηλή συνοδεία των πυγολαμπίδων και το απαλό λίκνισμα των δέντρων, ένα τριαντάφυλλο άνθισε εκεί, μπροστά στους δυο νέους, ένα λευκό τριαντάφυλλο σαν τη λευκή σελήνη που καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης, σαν το καθαρό απάτητο χιόνι, και τα αφρισμένα κύματα της θάλασσας… ένα λουλούδι που είχε δημιουργηθεί με απέραντη αγάπη για ένα και μόνο κορίτσι… η γλυκιά Κάντυ!!!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
 
Τρίτη Ιστορία
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Candy-Candy :: Συζητήσεις :: Νέα - Ανακοινώσεις - Διαγωνισμοί-
Μετάβαση σε: