Candy-Candy

Η αγαπημένη ηρωίδα των παιδικών μας χρόνων!
 
ΦόρουμΠόρταλΣυχνές ΕρωτήσειςΑναζήτησηΕγγραφήΣύνδεση
Big Ben
 2016
ΔευΤριΤετΠεμΠαρΣαβΚυρ
   1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031 
ΗμερολόγιοΗμερολόγιο
Πρόσφατα Θέματα
» Aλλες εισαγωγές άνιμε
Χθες στις 12:48 pm από ariathniM

» Για την ονομαστική μας γιορτή...
Σαβ Νοε 26, 2016 4:19 pm από ariathniM

» Anime πραγματάκια
Σαβ Νοε 26, 2016 2:34 pm από Aldebaran

» facebook
Σαβ Νοε 26, 2016 2:24 pm από Aldebaran

» Halloween
Δευ Οκτ 31, 2016 9:59 pm από ariathniM

» μικρη ντοριτ , καντυ και γενικοτερη βικτωριανη λογοτεχνια
Παρ Οκτ 21, 2016 1:00 am από candymayia

» Τα κομβικά σημεία που αλλάζουν το ρουν της ιστορίας
Τετ Σεπ 14, 2016 10:51 am από candymayia

» H ''άλλη Κάντυ''
Δευ Σεπ 12, 2016 5:16 pm από ariathniM

» Η Σάρρα Στάνλευ, η μικρή του Αβολνι
Δευ Σεπ 05, 2016 3:08 pm από ariathniM

Παρόντες χρήστες
2 χρήστες είναι συνδεδεμένοι αυτήν την στιγμή:: 0 μέλη, 0 μη ορατοί και 2 επισκέπτες

Κανένας

Περισσότεροι χρήστες υπό σύνδεση 30, στις Πεμ Νοε 18, 2010 4:29 pm
Να μεταφραστεί η νουβέλα
Image hosted by servimg.com
Συνταγές μαγειρικής

Image hosted by servimg.com

Μοιραστείτε | 
 

 Τέταρτη Ιστορία

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Τέταρτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:18 pm

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο –ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
Νύχτα. Αν κάποιος μπορούσε να περιγράψει αυτήν την νύχτα, η περιγραφή του θα αποτελούταν μόνο από 3 λέξεις: Σιωπηλή ,Μαύρη ,Τρομακτική.
Ότι δηλαδή περιγράφει μια νύχτα σκότους, όμως τα πράγματα για αυτήν την άτυχη και μοιραία νύχτα ίσως εξελισσόταν και διαφορετικά ,ίσως και όχι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κανείς δεν προόριζε για τέτοιο ρόλο το μαύρο σκοτάδι, στο μουντό τοπίο.
Η νύχτα ήταν :ΣΙΩΠΗΛΗ.
Το μόνο που ακουγόταν ήταν ένα απαλό αεράκι, που κουνούσε την ερυθρή σημαία ,στο ψηλό ακόντιο , που πριν πολλά χρόνια θα είχε σίγουρα στερεώσει εκεί ο αρχηγός .Τίποτα άλλο δεν ακούγοταν, ούτε καν το κλάμα ενός μωρού .Ούτε το γάβγισμα σκύλων, που θέλουν να δείξουν την θέση τους στην ολοκληρωτική τροπή των πραγμάτων.
Η νύχτα ήταν: Μαύρη.
Αυτήν ίσως η περιγραφή ακούγεται λίγο συνηθισμένη. Όμως δεν ήταν… το φεγγάρι απουσίαζε, είχε δείξει έτσι την αθωότητα του , και ότι δεν έφταιγε σε τίποτα. Το σκοτάδι είχε απλωθεί παντού. Αυτό όμως οι κάτοικοι δεν είχα προσέξει….
Η νύχτα ήταν: Τρομακτική.
Αυτό τουλάχιστον συνέβη στην πορεία, και τα πράγματα πήραν την τροπή που παίρνουν πάντοτε .Δεν μπορείς να κρίνεις ποτέ από την αρχή, όλα συμβαίνουν στην πορεία, εκεί όπου τα πράγματα εναλλάσσονται με ταχύτητα φωτός. .και την πληρώνουν πάντα οι αθώοι.
Τρείς άνθρωποι .Δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συμμορία .Μα και βέβαια όχι. Απλούστατα γιατί ήταν πολύ λίγοι. Έτρεχαν γύρω από το μεγάλο ξύλινο στεφάνι, το τείχος, που περιέκλειε στην αγκαλιά του το χωριό.
Ο ένας, ο πιο δυνατός, σκαρφάλωσε γρήγορα πάνω.
-Πέτα την ανεμόσκαλα, Μακ! του φώναξε ο δεύτερος από κάτω.
Έτσι πέταξε την ανεμόσκαλα, και οι σύνοδοι του ανέβηκαν στην συμφορά.
Μπήκαν μέσα, και άρχισαν να προχωράνε πιο ήσυχα από τις γάτες .Σίγουρα, αν κάποιος θυμόταν το γεγονός, θα άλλαζε την παροιμία.
Προχώρησαν δίπλα από τις σκηνές, και συνέχισαν στο βάθος. Εκεί βρισκόταν ένας μεγάλος κύκλος, από χώμα. Μέσα είχε διάφορα μνημεία .Ο πρώτος έκανε νόημα στους άλλους, και ταυτόχρονα κουνήσανε τα χέρια τους προς τα έξω, σαν περιστέρια. Έβγαλαν κάτι, το άναψαν, και γρήγορα πήδηξαν έξω, προσπαθώντας να απομακρυνθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Πρόλαβαν και στάθηκαν μακριά, και είδαν το χωριό να χάνεται σε μια στάλα φλόγας. Είχε ένα άδοξο τέλος, χωρίς κανείς να ζητήσει βοήθεια, ένας αιφνίδιος θάνατος, που όμως θα άφηνε τα ίχνη του.
--------------------------------------------------------------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο- ΧΡΥΣΟΣ ΦΟΝΟΣ
Στο χρυσό παλάτι, τα πράγματα δεν κυλούσαν καθόλου ομαλά!
Όλοι έτρεχαν γύρω γύρω αγχωμένοι. Ο πρίγκιπας βρισκόταν σε κακά χάλια .Σε αντίθεση με άλλες φορές, δεν είχε καιρό να απολαύσει τίποτα, ούτε το ζεστό και πλούσιο φαγητό του, ούτε την διασκέδαση του.
Μπήκε μέσα στο δωμάτιο του, και ζήτησε να μην δεχτεί κανέναν.
Έπιασε το μέτωπο του με αγανάκτηση. Το μυαλό του είχε θολώσει, δεν μπορούσε να βρει ποιος.. ποιός έκανε αυτό το μεγάλο κακό στον λαό του .Κοίταξε γύρω του. Τα αγάλματα, τους χάρτες και το πλούσιο φαγητό. Προσπάθησε να σκεφτεί πως θα δράσει, τι θα κάνει. Φοβόταν μήπως ήταν αργά. Τότε άκουσε ένα ράγισμα στο παράθυρο, και αμέσως μετά κάτι να σπάει. Πριν προλάβει να γυρίσει, τον περικύκλωσε ένα μαχαίρι. Κοίταξε, και είδε ένα χοντρό και μεγαλόσωμο άνθρωπο, ντυμένο στα μαύρα, που κρατούσε ένα χοντρό μαχαίρι, και στον ώμο του είχε έναν αετό με μεγάλα νύχια.
-Τ.ττ.τ.τι θέλετε; Ψιθύρισε ο πρίγκιπας, όταν κατάφερε να μιλήσει.
Ο αρχηγός τράβηξε το μαχαίρι , το έβαλε στην θήκη, και έκανε έναν γύρω στο δωμάτιο.
-Φαίνεσαι έξυπνος άνθρωπος, μορφωμένος, πλούσιος, του ψιθύρισε, αυτό σημαίνει ότι θα δεχτείς την συμφωνία μας, σωστά;
Σε αυτό το σημείο έφερε το μαχαίρι ακόμα πιο κοντά.
-Πι..ι .πια συμφωνία;
-Δώσε μας την χώρα, αλλιώς σε σκοτώνω μπροστά στα μάτια σου και δεν αφήνω ίχνη πίσω μου. Τα ακούς;
Ο βασιλιάς άρχισε να ιδρώνει, έβλεπε το μαχαίρι να πλησιάζει .Πήρε θάρρος και φώναξε:
-Όχι!
Ο αρχηγός γέλασε, και γύρισε το μαχαίρι γύρω από τον άτυχο πρίγκιπα.
Η συμμορία γέλασε.
-Θα μαζέψουμε το πτώμα; Μουρμούρισαν.
-Εγώ λέω να τους αφήσουμε δώρο το σώμα, το κεφάλι το θέλω εγώ, γέλασε χαιρέκακα ο αρχηγός , και ουρλιάζοντας πήδηξε από το παράθυρο.
----------------------------------------------------------------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο- ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Το συμβούλιο ήταν όλο μαζεμένο στην αίθουσα επειγόντων συζητήσεων. Όλα έμοιαζαν κανονικά, όμως δεν ήταν. Θα μπορούσες να βρεις μερικά πράγματα συνηθισμένα, που ήταν πάντα εκεί. Όπως ο ακριβός πολυέλαιος, δώρο της Μεγάλης Βρετανίας στα έκτα γενέθλια του πρίγκιπα. Αυτός ο πολυέλαιος, που κόστισε εκατομμύρια , ήταν ο αγαπημένος του μικρού .Μικρού; Έ όχι και τόσο.
Επίσης ήταν το κόκκινο χαλί, το μεγάλο και πλούσιο τραπέζι με καρτέλες των ονομάτων των προέδρων. Βέβαια και τα λιγοστά έπιπλα σε όλο το δωμάτιο.. που έμοιαζαν τόσο άδεια…
Η πόρτα με το χρυσό πόμολο άνοιξε ξαφνικά, και μέσα έτρεξε ένας καλοντυμένος άντρας, με πράσινο πετρόλ κουστούμι, ένα κοκκινωπό παντελόνι και χρυσαφιά παπούτσια. Είχε στο κεφάλι του λευκή περούκα σε κοτσίδα , και στο χέρι του κρατούσε καμιά εικοσαριά λευκά χαρτιά. Ήταν αγχωμένος και φοβόταν πολύ για τις αποφάσεις που θα παιρνόταν, ξέροντας μέσα του τι θα συμβεί, αλλά φοβούμενος να πιστέψει την αλήθεια. Δεν ήθελε να τα χάσει όλα, δεν ήθελε, την οικογένεια του, τα υπάρχοντα του. Ήταν ένας συνηθισμένος πολίτης, σωστά ;
Κάθισε σε μια ασημιά καρέκλα ακριβώς δίπλα στην καρέκλα στην κεφαλή του τραπεζιού, το δίχως άλλο εκεί θα καθόταν ο βασιλιάς.
Το πόμολο λύγισε και μέσα βρέθηκαν άλλα 11 άτομα στο δωμάτιο, όλα ήταν αγχωμένα, όπως και παραήταν σοβαρά για να το δείξουν.
Ήταν τόσα λίγα, γιατί όπως είπα ήδη το συμβούλιο παρά ήταν επείγον.
Ο βασιλιάς κάθισε στην θέση του. Ήταν πικραμένος, τρείς μέρες τώρα μόνο έκλαιγε που έχασε τον μονάκριβο γιό του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει αφού γέννησε, και η μόνη ανάμνηση από αυτήν ήταν ο γιός τους, που του είχε βάλει να υποσχεθεί, ότι θα είναι ο πιο καλός πατέρας και θα τον προσέχει σαν τα μάτια του .Λίγα χρόνια αργότερα , ο βασιλιάς υιοθέτησε την Μέριντα, ένα κορίτσι που το πρόσεχε ίδια με τον γιο του, και ποτέ της δεν είχε στερηθεί κάτι. Αισθανόταν τόσο ανεύθυνος, αλλά και ταυτόχρονα ότι δεν έφταιγε σε τίποτα.
-Λοιπόν, ξεροκατάπιε ο βασιλιάς, όλοι ξέρουμε ότι τα πράγματα έχουν ως εξής: ο πρίγκιπας της χώρας μας, της πανέμορφης Αυστρίας, δολοφονήθηκε. Το θέμα είναι πως θα δράσουμε τώρα.
-Προτείνω έναν σκληρό πόλεμο, ούρλιαξε ο Τόπινγκ, ένας υψηλός αξιωματούχος του βασιλείου, και έσκισε τον αέρα με τον στυλό.
- Τόπινγκ! Τον μάλωσε η Ίριδα, δεν ξέρουμε αν αυτό θα είχε καλά αποτελέσματα.
Τα υπόλοιπα γέρικα κεφάλια, κούνησαν το κεφάλι συμφωνώντας.
-Θα μπορούσαμε όμως να εκδικηθούμε για τον γιό του πρίγκιπα, είπε ο Τόπινγκ και σηκώθηκε όρθιος, εξάλλου έχει φέρει πολύ άσχημα αποτελέσματα στον καημένο μας βασιλιά, είπε και στάθηκε δίπλα του πιασμένος από τον χρυσό θρόνο.
- Αυτό όμως θα είναι μια πρόταση που δεν θα μπορεί να αναιρεθεί, σωστά; Ρώτησε ο Πάμπλο, ο πιο γέρικος από όλους τους συμβούλους.
-Προφανώς ναι, μπήκε και στην συζήτηση ο Τσάρλι, όμως ούτε και ο θάνατος του καλού μας πρίγκιπα είναι ανατρέψιμος.
Όλοι γύρισαν ταυτόχρονα δεξιά, και κοίταξαν τον Τσάρλι. Σπάνια μιλούσε, ήταν όμως πολύ έξυπνος και πολλά από τα σχέδια του εφαρμοζόταν με επιτυχία.
Ο Τσάρλι είχε σίγουρα εμπειρία .Όταν ήταν οχτώ ετών, ολόκληρη η οικογένεια του πέθανε σε φόνο, και αυτός το έσκασε, βλέποντας όλα για όσα πίστευε και στηριζόταν , να χάνονται στην άκρη ενός μαχαιριού. Για πολύ καιρό περιπλανιόταν, και κοιμόταν κρυφά σε στάβλους , κάτω από την ζεστασιά των γουρουνιών, τρώγοντας πότε πότε λίγη από την τροφή τους. Όταν τον ανακάλυπταν το έσκαγε, γιατί δεν ήθελε να έχει προβλήματα.
Ώσπου μια μέρα κρύφτηκε στο κοτέτσι του παλατιού. Έτρωγε εκεί για 2 βδομάδες πολύ καλά, αυγά και σπόρους κριθαριού, που του έδινε ο φύλακας .Όμως όταν οι καθαριστές καθάριζαν το κοτέτσι, είδαν τον φύλακα που τάιζε το παιδί και ένας από αυτούς τον κάρφωσε στον βασιλιά.
Ο βασιλιάς είχε αλλάξει εδώ και 1 χρόνο, και την θέση του είχε πάρει ο γιός του, που τώρα είναι ο βασιλιάς.
Δεν μάλωσε τον φύλακα, αντίθετα τον επιβράβευε, και φρόντιζε το παιδί σαν γιό του. Όταν μεγάλωσε το παιδί και ενηλικιώθηκε, αφού είχε δει την εξυπνάδα του ο βασιλιάς, τον έκανε μεγάλο σύμβουλο, και έτσι έγινε πλούσιος.
Ο βασιλιάς ήταν λυπημένος, τα λόγια του Τσάρλι του θύμισαν τον γιό του.
-Λοιπόν; Είπε η Ίριδα.
-Πόλεμο; Είπε πονηρά ο Τόπινγκ.
-Πόλεμο! Δήλωσε αποφασιστικά ο βασιλιάς.
-Ζήτω φώναξαν όλοι μαζί και τσούγκρισαν τα κρασοπότηρα τους ευχαριστημένοι.
---------------------------------------------------------------------
- ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο- ΕΝΑ ΑΓΡΥΠΝΟ ΑΡΘΡΟ
- Τόμ σύνελθε, είσαι όλη την μέρα κλεισμένος σε αυτό το γραφείο, και όταν έρχομαι να σε πάρω μου λες ότι δεν μπορείς να φύγεις; Σύνελθε! Φώναξε η φίλη του Τομ , ενός δεκαεξάχρονου δημοσιογράφου, που δούλευε για να βγάζει το ψωμί του.
Ο Τομ κοίταξε δύσπιστα .Κοίταξε λίγο γύρω του, για να ξεκουράσει τα μάτια του. Το γραφείο της εφημερίδας έμοιαζε τόσο σκοτεινό, είχε τρομάξει πολύ. Όμως ήθελε προαγωγή, και θα έμενε εδώ για όσο χρειαστεί. Είχε φωνάξει την αδερφή του για να τον βοηθήσει, όχι για να τον απομακρύνει από εδώ τόσο νωρίς.
Τα μάτια του δάκρυσαν.
-Δεν… δεν μπορώ να σου πω. Είναι… είναι κάτι πολύ σημαντικό!
Η Νταίζη δεν ήξερε τι να πει.
-Ε , τότε πες μου τι μπορεί να είναι τόσο σημαντικό….
Ο Τομ κοίταξε τα μάτια της, τα γαλανά όμορφα μάτια της.
Ευχήθηκε να πέσει ένα αστέρι, για να μπορέσει να του πει ότι ναι, δεν θέλει να πιστέψει αυτό που θα πει, και ότι δεν θέλει να το πει στην καλή του Νταίζη, που του έχει σταθεί τόσο πολύ σε όλα.
-Έχουμε πόλεμο! Φώναξε ο Τομ.
Η Νταίζη κοκάλωσε, έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Ένιωθε να μουδιάζει, χειρότερα από ποτέ.
-Όχι, όχι δεν μπορεί! Είπε και έτρεξε στην αγκαλιά του Τόμ κλαίγοντας με αναφιλητά.
Ο Τόμ δεν έλεγε τίποτα, απλά της χάιδευε τα μαύρα πανέμορφα μαλλιά της, ακουμπισμένα μαζί με το ταλαιπωρημένο λυπημένο πρόσωπο πάνω στα πόδια του.
-Τομ, ήθελα να ζήσουμε μαζί ευτυχισμένα, να παντρευτούμε, και να κάνουμε πολλά παιδιά γιατί τα αγαπώ. Ήθελα, ήθελα να πιστεύω ότι είμαι τυχερή, αλλά δεν είμαι. Ο μόνος λόγος που είμαι είναι που σε βρήκα, μα τώρα όλα τέρμα!
Ο Τομ έπιασε στα χέρια του το πιγούνι της Νταίζη , της έδωσε ένα απαλό φιλί στα κόκκινα της χείλια, και είπε:
-Όλα θα πάνε καλά, με άκουσες; Τίποτα από αυτά που σκεφτόσουν δεν πρόκειται να αλλάξει, τίποτα, με άκουσες γλυκιά μου; Τι-Πο-τα!
Η Νταίζη έσκασε ένα απαλό ψεύτικο χαμόγελο, και σιγόκλαιγε στην αγκαλιά του Τομ.
Ο Τομ κοίταξε γύρω του, ήθελε να βρει κάτι να χαρεί, κάτι να στηριχτεί.
Τότε η Λούση, η όμορφη σκυλίτσα, που όμως διάνυε τον δέκατο έκτο χρόνο της ζωής της, ακούμπησε τα μπροστινά ποδαράκια της στους ώμους του Τομ.
Αυτός γέλασε, και κοιτούσε τα όμορφα πράσινα μάτια της, που λαμπύριζαν.
Η Νταίζη σηκώθηκε και είπε:
-Τομ, ας τελειώνεις με το άρθρο, και να ειδοποιήσουμε τους γνωστούς μας.
-Σωστά! Είπε ο Τόμ και έτρεξε στο γραφείο.
Μετά από μερικές ώρες, κατά τις πέντε, η Νταίζη μπήκε στο δωμάτιο στο γραφείο, που εργαζόταν ο Τομ.
-Τόμμυ, τον φώναξε χαϊδευτικά, θέλεις λίγη ζεστή σοκολάτα, μιας και τελείωσες το άρθρο;
-Βέβαια, γέλασε ο Τόμ και ρούφηξε την υπέροχη καφετή μαγεία.
-Λοιπόν… σε ποιόν έγραψες, ρώτησε ο Τομ;
-μμ,,, μέτρησε με τα δάχτυλα η Νταίζη: στην θεία Κάλη, στη φίλη μου την Ανίτα και βέβαια στον κύριο Κόθριν, που του χρωστάω την ζωή μου. Η Νταίζη ήταν ορφανή μικρή. Ο κύριος Κόθριν την φρόντιζε συνέχεια, και αργότερα την υιοθέτησε, μετά η Νταίζη γνώρισε τον μπαμπά του Τομ, και τον Τομ λίγο καιρό αργότερα. Έμαθε ότι και αυτός ήταν υιοθετημένος, και των ερωτεύτηκε.
-Εγώ τον μπαμπά .
-Τώρα τι κάνεις; Ρώτησε η Νταίζη.
-Γράφω στην αδερφή μου.
- Δεν ήξερα ότι έχεις αδερφή, απόρησε η Νταίζη.
- Χα χα, βέβαια δεν έχω, αφού ούτε και μπαμπά είχα, αλλά πάντα την αισθανόμουν έτσι.
Βούτηξε την πένα του στο χαρτί, και έγραψε στην πρώτη σειρά:
Αγαπητή Κάντυ Γουάιτ Άρντλεϋ,…….
.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τέταρτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:18 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο- ΕΝΑ ΠΑΓΩΝΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ
Ο ήλιος μπήκε από τα φθαρμένα παντζούρια, στο μικρό σπιτάκι. Θα έλεγε κανείς ότι το σπιτάκι έμοιαζε με υπνοδωμάτιο. Όντως, είχε μέγεθος ενός παιδικού δωματίου. Μια πλαστική μικρούτσικη καρέκλα με ένα παιδικό μικρό τραπεζάκι από το παζάρι στεκόταν στην γωνία , καλοπλυμμένα όμως. Πιο δίπλα ήταν ένας επίτοιχος πάγκος κουζίνας που έφτανε μέχρι το τέρμα του δωματίου. Ήταν γεμάτος μικρά ντουλαπάκια που ήταν όλα γεμάτα. Πάνω υπήρχε κολλημένο το πιο μικρό ψυγείο που έχετε δει. Πάνω του όμως υπήρχε ένα καλοπλεγμένο μικρό κεντηματάκι και πολλά φλιτζανάκια από πορσελάνη. Απέναντι ήταν κολλημένο ένα κρεβατάκι με ένα κομοδίνο ίσο με ένα κουτάκι, και από δίπλα ένα παιδικό γραφείο. Ο τοίχος ήταν καλοβαμμένος, και είχε πολλές φωτογραφίες κολλημένες πάνω του. Θα μπορούσες άνετα να ταξιδέψεις στις φωτογραφίες, να μοιραστείς τις ιστορίες της καθεμίας. Στην πρώτη ένα ξανθό αγόρι σε έναν κήπο με τριαντάφυλλα έγνεφε σε ένα κορίτσι που χαμογελούσε. Από δίπλα υπήρχε ένα κάδρο με έναν ζωολογικό κήπο και δύο έφηβους να γελάνε κοντά στα πιθηκάκια. Μετά ένας ξανθός κύριος να χαμογελάει μαζί με την ξανθούλα σε μια γιορτή. Λίγο πιο κει δύο κυρίες και 14 παιδιά να χαμογελάνε λέγοντας ‘’Κάντυ!’’ .
Και η τελευταία εικόνα ήταν.. κάτι πολύ παράξενο… ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή!

Η Κάντυ σηκώθηκε απαλά και άνοιξε το παράθυρο. Δεν ήταν και το καλύτερο θέαμα, αλλά το είχε συνηθίσει. Κόκκινη σκόνη στα μισά σε σχέση με το δικό της σπιτάκια. Ούτε δέντρα, ούτε τίποτα. Το Τάιπον φάνταζε τόσο… μικρό. Αλλά το είχε συνηθίσει, εργαζόταν εδώ μισό χρόνο. Στα μισά του χρόνου, ο κύριος Μπράδεργουει , ο υπεύθυνος του νοσοκομείου της Καλιφόρνια, της είχε πει ότι αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη στο Τάιπον και χρειαζότανε επειγόντως έναν γιατρό.
Οι περισσότεροι δεν ήθελαν να πάνε, λόγω της αδυναμίας της γης να επιφέρει μια όμορφη και άνετη ζωή στους κάτοικους της. Η Κάντυ όμως πήγε. Ο Άλμπερτ την έφερε μέχρι εκεί και μετά συνέχισε τον δρόμο για το ταξίδι του.
- Αυτό ήταν το πιο μεγάλο σπίτι που βρήκαμε! Της είπε απογοητευμένος.
-Δεν πειράζει, προσπάθησε να χαμογελάσει η Κάντυ, θα είμαι μια χαρά.
-Κάντυ δεν ξέρω… μουρμούρισε διστακτικά ο Άλμπερτ.
-Σου υπόσχομαι να το συντηρώ όσο πιο όμορφα μπορώ, του υποσχέθηκε η Κάντυ και του έδωσε μια μεγάλη αγκαλιά.
- Χαίρομαι, είπε ο Άλμπερτ και της έδωσε έναν γεμάτο φάκελο, αυτά θα σε βοηθήσουνε να κρατήσεις την υπόσχεση σου. Ακούμπησε τις βαλίτσες της Κάντυ στην άκρη και μετά είπε: ουψ , ποιος να έφερε αυτό; Και κοίταξε γελώντας την Κάντυ.
Η Κάντυ άνοιξε το κουτί και είδε πολλά στολίδια, και ένα φόρεμα πράσινο με άσπρες ρίγες και κόκκινα κουμπάκια. Υπήρχαν ασορτί – τι άλλο; - φιογκάκια για τα μαλλιά και πράσινα μποτάκια.
-Είπα να κάνω την διαφορά και να σου φέρω κάτι κομψό αλλά καθημερινό.
Η Κάντυ δεν πίστευε στα μάτια της.
-Άλμπερτ σε ευχαριστώ τόσο πολύ, ειλικρινά δεν έπρεπε, είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Ήδη μου έχεις πάρει μια ντουζίνα ρούχα.
-Έλα τώρα, μην το συζητάς, γέλασε ο Άλμπερτ και κοίταξε το ασημί ρολόι του. Νομίζω πως πρέπει να πηγαίνω, και ειλικρινά ότι χρειαστείς το τηλέφωνο είναι δίπλα στο ψυγείο….
-Πάνω στον πάγκο… συνέχισε η Κάντυ γελώντας, Ναι ξέρω Άλμπερτ, τα είπαμε αυτά, άντε πήγαινε, τον ξεπροβόδισε η Κάντυ.
Ο Άλμπερτ στάθηκε στο κεφαλόσκαλο, έπιασε τους ώμους της Κάντυ, σύρθηκε πιο κοντά και της είπε γλυκά:
- Σου υπόσχομαι ότι θα έρθω όταν μπορέσω.
Και πράγματι ο Άλμπερτ είχε έναν σούπερ γεμάτο με σοβαρές δουλειές χρόνο. Όλη την ώρα τηλεφωνούσε στην Κάντυ, αλλά ποτέ δεν ευκαιρούσε να την επισκεφτεί.
Αυτήν έκανε υπομονή , και φρόντιζε το σπίτι της να είναι το καμάρι του χωριού.
Σηκώθηκε, έβαλε τις γούνινες ροζ λαγουδάκια παντόφλες της – το πιο εξελιγμένο κομμάτι της ζωής της - , δώρο του Άλμπερτ.
Περπάτησε βαρεμένα και χώθηκε στο εξωτερικό μπάνιο, ένα δωμάτιο μικρό για να χωρέσει όρθιος άνθρωπος, αλλά μεγάλο για να χωρέσουν άνετα μια μυρμηγκοφωλιά και η τροφή της για δύο χρόνια.
Έριξε άφθονο σαμπουάν- που λόγω της οικονομικής κατάστασης του χωριού, έπρεπε να το παραγγέλνει από την διπλανή πόλη, καθώς εδώ μόνο κάτι μικρά κουτάκια υπήρχαν.
Ήταν τόσο χαρούμενη που μόλις τελείωσε, έτρεξε, πήρε μια μεγάλη κούπα και έχυσε τον καφέ, και πήρε μόνο ένα παξιμάδι για πρωινό!
-Σήμερα θα έρθει ο Άλμπερτ! τσίριξε και άρχισε να χοροπηδάει τραντάζοντας τα ξύλινα πατώματα .
Έτρεξε στο δωμάτιο και άνοιξε την ντουλάπα. Έβαλε ένα γαλάζιο κοντό φορεματάκι με άσπρες κορδέλες, γαλάζια κρικάκια, άσπρα πεδιλάκια και βέβαια γαλάζιο κοκκαλάκι, αλλά αυτήν την φορά για να κάνει μια αξιοπρεπή αλογοουρά. Έβαλε και μια ασορτί τσάντα, και περήφανη κλείδωσε πίσω της την πόρτα και τράβηξε για την δουλειά.
Κατά έναν περίεργο τρόπο, η Κάντυ ήταν η μόνη εδώ που φορούσε φυσιολογικά ρούχα. Και λέγοντας φυσιολογικά εννοούμε ρούχα που δεν ήταν κουρελιασμένα ή σκισμένα. Έτσι όλοι την ήξεραν ως η καλοσυνάτη και γλυκιά, αλλά ως και η πλούσια.
Εδώ , στο μόνο ιατρείο για μίλια, η Κάντυ ήταν το αφεντικό και η μόνη εργαζόμενη.
Κάθισε στην καινούργια καρεκλίτσα που της είχαν κάνει δώρο, και περίμενε τον πρώτο επισκέπτη.
Ένα κοριτσάκι περίπου 2 ετών, σύρθηκε με κόπο και είπε με βήχα:
-Γκουχ, το πόδι μου πονάει πολύ γκουχ, Κάντυ!
-Νομίζω, ότι δεν πονάει μόνο το πόδι σου Μαρίλια, γέλασε η Κάντυ, πέρασε μέσα!
-----------------------------------------------------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο- ΕΝΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙ ΞΕΦΕΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΩΛΙΑ
Στο παλάτι της Αυστρίας γινότανε χαμός. Όλοι οι άντρες φορούσαν τα στρατιωτικά τους, γραμματείς πετούσαν τα χαρτιά τους και ντυνόταν , όλοι ήταν αποφασισμένοι να νικήσουν.
Οι αντιμέτωπες χώρες είχαν μάθει για τον πόλεμο, αλλά όπως και αυτοί είχαν αποφασίσει να το αποκαλύψουνε στους κοινούς πολίτες σε λίγες μέρες.
Και να, μέσα στο σαλόνι έτρεχε και μια γυναίκα. Είχε κόκκινα, πυκνά κατσαρά μαλλιά και φορούσε ένα λαμπρό αστραφτερό πετρόλ φόρεμα.
Από πίσω της ακολουθούσε ο βασιλιάς, ντυμένος με την μεγαλοπρεπή στολή μάχης του:
-Μέριντα, Μέριντα! Μα τι κάνεις; ο βασιλιάς έδειχνε τόσο αγχωμένος!
Η Μέριντα γύρισε και με αλαζονικό και θυμωμένο αλλά αποφασιστικό ύφος τόνισε:
-Το ξέρεις ήδη: θα πάω στον πόλεμο με την Κάλια, την πιο πιστή μας υπηρέτρια, οπότε δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι .
Η Μέριντα συνέχισε να περπατάει και άρπαξε το τόξο της από ένα τραπέζι χωρίς να κόψει ταχύτητα.
-Μέριντα, το ξέρεις πως θέλω το καλό σου, και θα είσαι η μοναδική γυναίκα, πράγμα που θα είναι παντελώς επικίνδυνο.
Η Μέριντα, η γνωστή ως το πλουσιόπαιδο, δεν το πίστευε ότι ο μπαμπάς της τής αρνήθηκε κάτι!
-Είμαι πια 18! Μπορώ να αποφασίζω και μόνη μου.
Ο Βασιλιάς έχασε. Αναστέναξε και έδειξε με το χέρι του τον διάδρομο με τις στολές.
Η Μέριντα τσίριξε, τον αγκάλιασε με ανακούφιση, και έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο- ΑΜΕΡΙΜΝΕΣ ΧΑΡΕΣ
-Μμμ, τι λες για το λαδί με μερικές πέρλες και λίγα διαμαντάκια στα αυτιά; Ω, όχι μου ήρθε μια καταπληκτική ιδέα, κόκκινη σατέν φούστα και άσπρη μπλούζα; Η Αλίκη τσίριζε σαν υστερική εναλλάσσοντας με την ταχύτητα του φωτός τις κρεμάστρες πάνω από την Κάντυ.
Η Κάντυ γέλασε και αναστέναξε πονηρά.
- Θα είναι απλά μια βόλτα, της θύμισε ενώ αυτήν ακάθεκτη συνέχιζε να ταιριάζει τα κομμάτια, κανείς δεν το εννοεί ραντεβού, πόσο μάλλον με τον Άλμπερτ..
Η Αλίκη σταμάτησε, έριξε άγαρμπα με μια κίνηση τις κρεμάστρες πίσω της και έβηξε με το χέρι. Έβαλε τα χέρια στην μέση της και τόνισε σαν καθηγήτρια στην Κάντυ:
- Βόλτα με αγόρι δεν είναι ραντεβού; Και από πού μας ήρθες Κάντυ, από τον μεσαίωνα;
Η Κάντυ φαντάστηκε την Αλίκη ως καθηγήτρια και έσκασε στα γέλια.
-Δεν χρειάζεται να βάλω κάτι φανταχτερό.
-Βέβαια χρειάζεται, και θα σε βοηθήσω όπως κάνεις και εσύ άλλωστε, η Αλίκη ψαχούλευε στην ντουλάπα της Κάντυ.
Η Κάντυ είχε βοηθήσει όντως και με το παραπάνω την κολλητή της, την Αλίκη.
Όταν είχε έρθει εδώ η Αλίκη της σύστησε το μέρος, ήταν η υπεύθυνη του κυλικείου απέναντι από το νοσοκομείο, και πάντα έφερνε δωρεάν καφέ στην Κάντυ.
Σύντομα επισκεπτόταν η μια την άλλη και περνούσαν τον χρόνο τους μαζί. Η Αλίκη πρέπει να είναι η δεύτερη πιο καλοντυμένη, γιατί η Κάντυ την αφήνει να δανείζεται ότι τραβάει η ψυχή της.
Σήμερα είχε χτενίσει προσεκτικά τα πορτοκαλιά μαλλιά της, τα είχε αφήσει να ανεμίζουν με την συνοδεία μιας κιτρινωπής στέκας, είχε φορέσει μια κίτρινη μακρυμάνικη αλλά αεράτη μπλούζα με μια μίνι φούστα και πλεκτά μποτάκια.
-Τι λες για αυτό; Η Λίνα έδειξε στην Κάντυ ένα πανέμορφο άσπρο φόρεμα με μικρά σχισιματάκια και διαφανή λουλούδια, με κορδέλα στο κόψιμο. Επιπλέον της κούνησε παιχνιδιάρικα μια λευκή ζακέτα και ένα μεγάλο άσπρο τουλιπάκι για τα μαλλιά.
Η Κάντυ δεν μπόρεσε να κρύψει τον θαυμασμό της.
-Είχα εγώ τέτοιο ρούχο ;απόρησε.
-Χαζούλα, ένα μπάχαλο έχεις την ντουλάπα σου και δεν ξέρεις τι έχεις, αναστέναξε η Αλίκη.
-Και σε αντάλλαγμα, μπορείς να πάρεις αυτό:
Η Κάντυ ανέμισε ένα κομψό ασπρόμαυρο μπλουζάκι με ασορτί μακρύ παντελόνι και μια χρυσή ζώνη.
Η Λίνα άρχισε να τσιρίζει.
-Και… να κρατήσεις τον Κλύν; Της έριξε μια ματιά με νόημα η Κάντυ.
-Και βέβαια, ρουθούνισε πολύ χαρούμενη η Αλίκη. Θα είμαστε ασορτί.
Θα τον βγάλω βόλτα με την Τζένη.
Η Τζένη, το μικρό καφετί γούνινο σκυλάκι, έτρεχε γύρω γύρω με τον Κλύν.
-Και ..Κάντυ, θέλω να πάρεις αυτό, της χαμογέλασε η Αλίκη και της άνοιξε ένα μικρό περίτεχνο κουτάκι, με ένα άσπρο κολιεδάκι και ασορτί σκουλαρίκια. Είναι της γιαγιάς μου, όμως ξέρω ότι θα με άφηνε να σου δώσω το κειμήλιο της οικογένειας μας, για την βραδιά των ονείρων σου.
-Αλίκη… η Κάντυ είχε μείνει άφωνη.
Οι δύο φίλες τσίριξαν από χαρά και χοροπηδούσαν ενώ αγκαλιάζονταν.

------------------------------------------------------------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο- ΜΙΑ ΜΑΓΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ
Μπιπ μπιπ, ακούστηκε η κόρνα από το ακριβό πράσινο καινούργιο αμάξι του Άλμπερτ.
Η Κάντυ ήταν γυρισμένη από την άλλη μεριά, όμως ο γνώριμος ήχος της ήταν αρκετός για να καταλάβει ποιο πρόσωπο θα αντικρίσει.
Γύρισε με αγωνία την πλάτη της και είδε τον αγαπημένο της Άλμπερτ!
Χαρούμενη φώναξε από ευτυχία και έτρεξε να μπει στο αμάξι.
-Που πηγαίνουμε δις Κάντυ ; είπε γελώντας ο Άλμπερτ.
-Όπου επιθυμείτε λόρδε Άλμπερτ! Απάντησε η Κάντυ.
Ο Άλμπερτ αποφάσισε ότι καλύτερα θα ήταν να έβγαιναν έξω από την Νότια Καρολίνα και έτσι πήγαν σε μια μικρή πόλη λίγο πιο κει, το Μπλέοντερ.
-Τυχαίνει να μένω εδώ για λίγες μέρες Κάντυ, και λέω να πάμε στο κεντρικό πάρκο, στην πλατεία Όξφορντ.
-Συμφωνώ, χαμογέλασε η Κάντυ.
Το πάρκο ήταν υπέροχο, και η Κάντυ και ο Άλμπερτ πέρασαν το ίδιο υπέροχα! Πήραν παγωτά, απόλαυσαν την θέα του ηλιοβασιλέματος και η Κάντυ μάζεψε λουλούδια και έφτιαξε κολιέ.
Στο τέλος κρατούσαν και οι δύο ένα αναψυκτικό και ήταν καθισμένοι σε ένα παγκάκι.
- Στην υγειά μας , χαμογέλασε η Κάντυ και το πρόσωπο της έλαμψε
-Στην υγειά μας, τσούγκρισε και ο Άλμπερτ. Ο Άλμπερτ κοίταξε βαθιά την Κάντυ και έπειτα από λίγο είπε:
-Ξέρεις τι Κάντυ, όντως είσαι πιο όμορφη όταν γελάς. Για αυτό να γελάς πάντα , έτσι;
Η Κάντυ χαμογέλασε.
-Ναι Άλμπερτ.
-Το υπόσχεσαι;
-Το υπόσχομαι.
Ο ήλιος έδυε και η Κάντυ ακούμπησε απαλά στον ώμο του φίλου της και αποκοιμήθηκε.
Όμως τα όμορφα πράγματα κρατάνε λίγο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο –ΕΝΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ ΓΡΑΜΜΑ
-Του του ρου του του.
Η Αλίκη είχε ρεπό σήμερα, και είχε πιαστεί με το καθάρισμα του σπιτιού της Κάντυ, αφού ποια έμεναν μαζί.
Σκούπισε, σφουγγάρισε , ξεσκόνισε, τακτοποίησε, και ξανά και ξανά.
Μετά μάζεψε τα φύλλα και πότισε.
Το διασκέδαζε τόσο πολύ να εργάζεται με απορρυπαντικά που δεν είχε ξαναδεί. Επιπλέον ήταν υπέροχο να μπορεί να διαλέξει ότι ρούχα θέλει από μια ολόκληρη γκαρνταρόμπα.
Μετά άνοιξε το κουτάκι με τα γράμματα.
Λογαριασμοί, μηνύματα για τους Άρντλευ, ειδοποιήσεις.
Και ένα επείγον κόκκινο φακελάκι. Η Αλίκη παραξενεύτηκε, αλλά απλώς το έβαλε στην τσάντα για να το δώσει στην Κάντυ.
-Έλα Τζένη, θα βγάλουμε βόλτα τον Κλύν.
------------------------------------------------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10ο- ΜΙΑ ΚΑΚΟΓΟΥΣΤΗ ΕΙΔΗΣΗ
Αγαπημένη μου Κάντυ,
Προσπάθησα να σου στείλω γράμμα όσο πιο γρήγορα μπορώ, αλλά ελπίζω το γράμμα να έφτασε στα χέρια σου.
Θα σου τα πω γρήγορα, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα αρχίσει ο πόλεμος. Ναι καλά άκουσες, ετοιμαστείτε. Μην απομακρυνθείτε.
Ενημέρωσε τους γνωστούς σου, μην ταραχτείτε.
Με αγάπη,
Ο αδερφός σου Τομ.


-Κάντυ, συμβαίνει Κάτι; Ρώτησε με αγωνία η Αλίκη βλέποντας την παγωμένη στην άκρη κρατώντας το γράμμα.
-Κάντυ! την ταρακούνησε.
Η Κάντυ σωριάστηκε κάτω και λιποθύμησε. Ο κόσμος είχε χαθεί για αυτήν, γιατί ήξερε ότι κάτι κακό την περίμενε.
-------------------------------------------------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο- ΚΑΤΙ ΤΑΡΑΖΕΙ ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ
Στο σπίτι των Άρντλευς υπήρχε απόλυτη ηρεμία, λες και το σπίτι ήταν κομμένο από τον κόσμο και είχε κολλήσει κατευθείαν δίπλα στον παράδεισο. Όλα κανονικά … οι μαγείρισσες έτρεχαν να προλάβουν, οι γραμματέας έτρεχε πίσω από τον Άλμπερτ. Αυτός χωρίς να της απαντάει, έμενε σταθερός στο περπάτημα του και πήγαινε προς την αίθουσα τηλεφώνων.
Προς μεγάλη έκπληξη του Άλμπερτ είχε μια εκκρεμόμενη κλήση. Πάτησε το κουμπί και μπήκε στην σύνδεση.
-Οικία Άρντλευς, παρακαλώ;
-Ο κύριος Άρντλευ. Ά?
-Βέβαια.
-Να σας πω , είμαι ο βασιλιάς της Αγγλίας.
-Πολύ χαίρομαι που σας μιλώ, πρόκειται για κάτι επείγον.
- Ναι, πρέπει να αρχίσουμε πόλεμο, επειδή σας εκτιμώ ήθελα να σας ειδοποιήσω, αν θέλετε μαζέψτε στρατό.
-Πόλεμο; Ο Άλμπερτ προσπάθησε να κρατηθεί σοβαρός.
-Ναι λυπάμαι… σας κλείνω λιγάκι.
Ο Άλμπερτ είχε μείνει άφωνος. Ακούμπησε κάτω το ακουστικό και περπάτησε μηχανικά προς την κουζίνα καταϊδρωμένος.
-Κύριε Γουίλιαμ, κοίταξε απορημένα η Κλαίρη , η γραμματέας.
Ο Άλμπερτ κατέβασε με την μία ένα λίτρο νερό και μετά ξεκαθάρισε στην γραμματέα:
-Πάω στο γραφείο μου, ετοίμασε τα πράγματα μου, φεύγω για τον πόλεμο εις υποστήριξην του φίλου μου… όποιος θέλει από το προσωπικό μπορεί να με ακολουθήσει, ενημέρωσε τους.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τέταρτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:23 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12ο- ΜΙΑ ΔΥΝΑΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η σκηνή θόλωσε, φωνές ακούγονταν, και τα μάτια της Κάντυ ήταν πλέον ανοιχτά.
-Κάντυ! την ταρακούνησε η Αλίκη, δόξα το θεό είσαι ζωντανή, τι μπορεί να είναι τόσο άσχημο ώστε να σε τρόμαξε;
-Αλίκη!!! Η Κάντυ έμπηξε τα κλάματα.
-Ησύχασε Κάντυ, η Αλίκη έπλυνε το μέτωπο της με ένα πανί. Η Κάντυ το πέταξε και φώναξε:
Δεν καταλαβαίνεις Αλίκη ; Έχουμε πόλεμο! Ναι πόλεμο!
Η Αλίκη κιτρίνισε και κόλλησε στον τοίχο.
-Τ.. τι … πρέπει να κάνουμε;
-Να μαζέψουμε την περιουσία μας και να πάμε να κρυφτούμε κάπου μακριά.
-Δεν έχω κανένα εξοχικό, δήλωσε απογοητευμένη η Αλίκη, αλλιώς θα είχα πάει εκεί εδώ και καιρό.
-Εγώ έχω όμως! Δήλωσε χαρούμενη η Κάντυ και άρχισε να χοροπηδάει! Θα πάμε στο σπίτι της Πόνυ!
-Τι περιμένουμε;;; μαζεύω βαλίτσες, φαγητό και την κάνουμε με το πρώτο τρένο!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13ο- ΠΡΟΩΡΗ ΑΦΙΞΗ
Η Κάντυ έγραφε στις τρείς η ώρα το βράδυ μέσα στο τρένο, τσίμπησε το χέρι της για να μείνει ξύπνια και βούτηξε το φτερό της στο μελάνι. Η Αλίκη δεν μπορούσε να κοιμηθεί, και τώρα που το κατόρθωσε είχε έναν ανήσυχο ύπνο, γεμάτο με κουνήματα και μουρμουρίσματα.
Η Κάντυ άρχισε:
Αγαπητή κυρία Πόνυ, είμαι πολύ δυστυχισμένη, δυστυχώς ένας πόλεμος είναι έτοιμος να αρχίσει και εγώ δεν έχω άλλο μέρος να πάω, για αυτό θα έρθω σε εσάς, μακριά από τον τόπο του πολέμου. Ελπίζω να με δεχτείτε, εμένα και τηνν καλή μου φίλη , την Αλίκη που μου έχει συμπαρασταθεί σε όλα. Είμαστε ήδη στον δρόμο, ελπίζω να σας περισσεύει κάποιος χώρος και για μας. Θα τα πούμε όλα όταν έρθω, Κάντυ.
Η Κάντυ περίμενε την πρώτη στάση, και το ταχυδρόμησε. Έβλεπε τον κόσμο ατάραχο, ήρεμο ως συνήθως. Ο πόλεμος δεν είχε ανακοινωθεί και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, ως τώρα βέβαια. Προσπάθησε να πάρει θάρρος, σκούπισε τα δάκρυα της και χώθηκε μέσα στο τρένο πάλι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο- ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
-Μέσα στην μαύρη νύχτα προχωρώ, γαϊδούρι κουβαλώ, είπε δυνατά ο διάσημος νεαρός ηθοποιός. Η παράσταση σε λίγο θα τέλειωνε, και το θέατρο ήταν τελείως γεμάτο, σε λίγο θα άναβε κόκκινο από τον πολύ κόσμο. Τα φώτα γύρω, ήταν όλα μαγικά και έδιναν μια υπέροχη νότα. Όλοι κρέμονταν από τα χείλια του. Υποκλίθηκε σφιχτά και περίμενε την σκηνή να κλείσει, όσο ο τόπος γέμιζε τριαντάφυλλα.
-Συγχαρητήρια Τέρρυ, του είπε ο σκηνοθέτης, ενώ πήγαινε για τα καμαρίνια πριν μπλέξει με κανέναν τόνο θαυμάστριες..
-Ευχαριστώ κύριε Τέιον.
- Αχ , παραλίγο να το ξεχάσω, εκτός από όλα αυτά που δεν σας ενδιαφέρουν, έχετε ένα γράμμα από τον βασιλιά επείγον!
-- Σας ευχαριστώ, δήλωσε, πήρε το γράμμα και επιτάχυνε με περιέργεια
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο- ΕΝΑΣ ΠΙΣΤΟΣ ΦΙΛΟΣ
-Έχουμε και λέμε: 47 άντρες χωρίς εσάς.
Δήλωσε ο ιπποκόμος, που είχε αποφασίσει να πάρει μέρος στον πόλεμο, στο πλευρό του κυρίου Άλμπερτ.
-Ευχαριστώ πολύ Γουίλμπερτ, είπε με θάρρος ο Άλμπερτ και μπήκε στο πρώτο από τα 20 μεγάλα αμάξια. Φορούσε μια χακί φορεσιά. Όλα αυτά του φαινόταν τόσο παράξενα ‘’ Θα πάω στον πόλεμο.’’ Είχε πει αλλά μέσα του δεν το είχε συνειδητοποιήσει , τόσες αλλαγές, και μπορεί να μην γύριζε ποτέ του, όλα όσα πίστευε και όλα για όσα υπήρχε θα καταστρεφόταν, θα έπεφταν άδοξα στο κενό. Όχι, δεν ήθελε όλα να τελειώσουν έτσι, όχι όχι…. Σκέφτοταν όλα αυτά που θα χάσει, αλλά ήθελε να πάει. Να φερθεί γενναία και τίμια. Δεν ήταν από την φύση του, να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια, ήθελε να αγωνιστεί, να μην ντραπεί να δείξει την θέση του, να βοηθήσει.
Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει, όταν η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε και κάποιος κάθισε.
-Που νομίζεις ότι θα πήγαινες χωρίς εμένα; Ο Λέων τράβηξε την μάσκα από το πρόσωπο του και κάθισε στην θέση του.
-Λέων! Δεν μπόρεσε να κρύψει την χαρά του ο Άλμπερτ που θα είχε έναν καλό φίλο, κάποιον να το στηρίζει.
-Ξεκίνα φίλε! Γέλασε ο Λέων αγνοώντας την σοβαρότητα της κατάστασης.
Τα 20 αυτοκίνητα ξεκίνησαν ταυτόχρονα , αφήνοντας πίσω τα πιστεύω τους, τα υπάρχοντα και την οικογένεια τους, για ένα καλύτερο, ειρηνικό και ιδανικό μέλλον, χωρίς συνέπειες για κανέναν μας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16ο- ΕΝΑΣ ΕΞΩ ΚΟΣΜΟΣ
-Κυρία Πόνυ!! Φώναξε χαρούμενη η Κάντυ βλέποντας το ορφανοτροφείο όλο και πιο κοντά της.
Η Αλίκη την ακολουθούσε τρέχοντας. Ένιωθε ότι βρίσκεται ξανά πίσω στο σπίτι της, πριν πεθάνει η οικογένεια της από τον μεγάλο σεισμό.
-Κάντυ! φώναξαν ταυτόχρονα όλα τα παιδιά και ξεχύθηκαν έξω!
-Κυρία Πόνυ, φώναξε ο Τζέιμι, η Κάντυ!
-Η Κάντυ; απόρησε η αδερφή Μαρία από μέσα, που έπλενε τα πιάτα, και έτρεξε έξω κουβαλώντας όλα τα πιατικά μαζί και κάνοντας τον χώρο άνω κάτω!
-Κάντυ, κορίτσι μου πιο σιγά, φώναξε.
Η Κάντυ επιτάχυνε και πέταξε στα παιδιά το καλάθι με τις σοκολάτες.
Έτρεξε , αγκάλιασε τους πάντες και ύστερα ευχαρίστησε την κυρία Πόνυ που την δέχτηκε.
Η Αλίκη ένιωθε τόσο άνετα με όλη την κατάσταση, αισθανόταν υπέροχα, μια οικεία στοργή την περιέβαλλε και θα θελε να μείνει για πάντα εδώ.
- Κορίτσια ελάτε να μαζέψουμε τα πράγματα και να πάμε για μεσημεριανό, είπε καλοσυνάτα η κυρία Πόνυ.
-Βέβαια, φώναξε ξετρελαμένη η Κάντυ και κάθισε κάτω μαζεύοντας με μανία όλα τα πιάτα, με αποτέλεσμα να γίνει μουσκίδι.
-Κάντυ! φώναξαν δυνατά οι δύο μαμάδες της!
-Συγγνώμη, γέλασε η Κάντυ και έβγαλε έξω την γλώσσα της παιχνιδιάρικα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17ο- ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ

-Πόλεμος; Τσίριξε από μέσα του ο Τέρρυ και άρχισε να χτυπάει το πρόσωπο του στο χαρτί. Γιατί, γιατί , γιατί να συμβαίνει αυτό τώρα;;;;
Κοίταξε γύρω του, το καμαρίνι ήταν γεμάτο με αυτόγραφα, φωτογραφίες και βιβλία. Όλα αυτά θα ξεχνιόταν, και η περιοδεία στο Λονδίνο πιθανώς θα έκλεινε επειγόντως!
Τότε του ήρθε μια απίθανη ιδέα, που ποτέ του δεν θα είχε φανταστεί ότι θα του ερχόταν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18ο- ΕΝΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΓΕΥΜΑ
-Αμήν! Προσευχόταν ταυτόχρονα όλα τα παιδιά στο ορφανοτροφείο, και αυτόματα άρχισαν να τρώνε με μανία τα μακαρόνια που τους είχε φέρει η Κάντυ.
Η Αλίκη το διασκέδαζε και το στόμα της δεν προλάβαινε να αδειάσει. Ήταν τόσο όμορφα, και όλοι της φερόταν τόσο φιλικά… σαν… σαν να έμενε πάντα εδώ! Ναι σαν οικογένεια της.
-Κυρία Πόνυ, είναι υπέροχο! Τόνισε η Κάντυ μασουλώντας ταυτόχρονα.
-Κάντυ! την μάλωσε η αδερφή Μαρία.
Η Αλίκη έσκασε στα γέλια:
-Αλήθεια, έχω να αισθανθώ τόσο ζεστά εδώ και πολλά χρόνια.
Η Κάντυ χάρηκε, είχε κάνει ακόμα έναν άνθρωπο χαρούμενο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19ο-Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΒΑΖΕΙ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΟΥ
-Εφημερίδες! Εφημερίδες! Πόλεμος , επείγον γεγονός, ακουγόταν δυνατά η φωνή του διανομέα εφημερίδων, που δεν προλάβαινε να πουλάει.
Όλοι αγχωθεί, ο πόλεμος θα άρχιζε σε λίγες μόνο ώρες. Γεμάτα λεωφορεία με νέους, που θυσιάζανε την ζωή τους για την ελευθέρια. Η σκηνή ήταν πολύ λυπητερή, μητέρες φιλούσαν τα παλληκάρια τους, και τους έδιναν κάτι, βλέπωντας τα παιδάκια τους, που τα προορίζανε για κάτι άλλο, να κάνουν αυτήν την μεγάλη θυσία που θα επηρέαζε την ζωή τους. Γιαγιάδες και παππούδες κλαίγανε και συμβουλεύανε, παιδάκια έκλαιγαν εκεί μπροστά. Ίσως είναι λίγο νωρίς να το πούμε, αλλά ο πόλεμος είχε επηρεάσει τους ανθρώπους, είχε αφήσει τα ίχνη του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20ο- ΕΝΑ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΑΓΟΡΙ
-Λοιπόν, εδώ θα μένουμε μέχρι να αρχίσει ο πόλεμος, στήστε τις σκηνές, φαγητό έχουμε αρκετό, μοιράσαμε τις βάρδιες, ξεκινάν ο Βάγιος Πίκουλο και ο Μάρκο Ρόλο για το πρωί, και Άλμπερτ Γούιλιαμ Άρντλευ και Τίμον Ρωμαίο για βράδυ. Όλοι γύρισαν στον Άλμπερτ, ένας τόσο πλούσιος άνθρωπος άνθρωπος, που θα μπορούσε τόσο άνετα να αγοράσει την ελευθερία του, θυσιάζεται. Ναι, αυτό θα μπορούσε να είναι ένα παράδειγμα για όλους μας, δεν αγοράζονται όλα με τα λεφτά. Υπάρχουν άνθρωποι που βοηθάνε, που ελπίζουν για ένα καλύτερο μέλλον… όλοι οι άνθρωποι πιασμένοι κύκλο, όλοι μαζί, γύρω από την γη να προσπαθούν για το καλύτερο, για το τέλειο. Το ελπιδοφόρο, το αγαπητό, το χαρούμενο, το σοβαρό, το πιστό, το θυμωμένο, το πειραχτικό, το αστείο, όλα τα πρόσωπα της γης, της ζωής, των ανθρώπων.
Ο Άλμπερτ κοίταξε να βρει τον Τίμον. Ένα σκυμμένο παιδί, με μια μεγάλη γκρι κουκούλα και καφέ φράντζα, που φορούσε μια ταμπέλα με το όνομα του όπως όλοι. Δίπλα του είχε το όπλο του και ένα φλιτζάνι με καφέ.
Τον πλησίασε μαζί με τον Λέων.
-Επ, Τίμον , θα είμαστε μαζί σήμερα.
-Το άκουσα ήδη, μουρμούρισε το αγόρι και γύρισε από την άλλη προσπαθώντας να κρύψει κάτι. Ο Άλμπερτ ανασήκωσε τους ώμους του και απομακρύνθηκε.
όχι. Δεν μπορεί, γιατί να κάνει κάτι τέτοιο! το αγόρι έριξε την κουκούλα και αποκοιμήθηκε πάνω σε μια πέτρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21ο- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ
-Ώρα για ύπνο! Φώναξε η κυρία Πόνυ και χτύπησε ένα μεγάλο κουδουνάκι.
Όλα τα παιδιά αναστέναξαν και μπήκανε μέσα. Είχε πια νυχτώσει. Φόρεσαν όλα μαζί τα νυχτικάκια τους, πλυθήκανε και αποσυρθήκανε στα δωμάτια τους. Η Κάντυ και η Αλίκη πήγανε να ντυθούνε γελώντας. Η Κάντυ φορούσε το ίδιο σχέδιο με την Αλίκη, απλά σε άλλο χρώμα. Κολλήσανε τα χέρια τους γελώντας και πήγανε στο δωμάτιο των ξένων. Η Αλίκη έμεινε με το στόμα ανοιχτό από την χαρά της. Τακτοποίησε την βαλίτσα της και είπε:
-Περιμένεις μισό λεπτό Καντούλα μου; Θέλω να δώσω κάτι στην κυρία Πόνυ.
-Βέβαια Αλίκη, είπε η Κάντυ ενθουσιασμένη που η Αλίκη είχε κάνει τόσο μεγάλο βήμα στο να συνηθίσει την καινούργια της και –ίσως- μακροχρόνια ζωή της.
Η Αλίκη έτρεξε στο δωμάτιο των κυριών με μια σακουλίτσα στο χέρι της, χτύπησε απαλά την πόρτα, περίμενε απάντηση και μπήκε μέσα. Έκανε μια αγκαλιά και στις δύο κυρίες και είπε:
-Συγγνώμη αν φαίνεται απλό, αλλά αυτό είχα, στο Τάιπον δεν είχαμε πολλά πράγματα. Και ότι είχα μου το αγόραζε η Κάντυ, η καλή μου.
Η κυρία Πόνυ άνοιξε την σακούλα και είδε σπιτικά κουλουράκια και πίτες.
-Πρέπει να φτάνουν για όλα τα παιδιά. Σε ευχαριστούμε τόσο πολύ Αλίκη, είσαι τόσο καλοκάγαθο και καλό παιδί, ειλικρινά είσαι ένα αληθινό διαμάντι για το ορφανοτροφείο μας.
- Ξέρετε, κούνησε τα πόδια της ντροπαλά, ευχαριστώ τόσο πολύ που με δεχτήκατε. Είμαι και εγώ ορφανή, όμως νιώθω για πρώτη φορά να είμαι στο σπίτι μου μετά από δεκαπέντε χρόνια.
Η Αλίκη δεν μπόρεσε να κρύψει τα δάκρυα της, όπως και η αδερφή Μαρία.
-Αγάπη μου, την πήρε στοργικά στην αγκαλιά της η κυρία Πόνυ, να ξέρεις ότι πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα σε νοιάζονται. Τώρα εγώ και η αδερφή Μαρία, σε αγαπάμε σαν αληθινό παιδί μας. Πριν η Κάντυ σου έδωσε ότι είχε για να τα μοιράζεστε και να είσαι ευτυχισμένη. Ο θεός δεν σε έχει αφήσει, σε αγαπάει και έχει μεγάλα σχέδια για σένα.
-Κυρία Πόνυ! Η Αλίκη την αγκάλιασε σφιχτά και έκλαιγε.
-Έλα, σκούπισε τα δάκρυα σου , και παραλίγο να το ξεχάσω! Σου έχουμε ένα δώρο! Άνοιξε το στο δωμάτιο σου και δώσε και αυτό στην Κάντυ. Και σου έχουμε και αυτό. Αλλά βιάσου λίγο!
-Μάλιστα, κούνησε το χέρι της η Αλίκη και έτρεξε γρήγορα κρατώντας το κινούμενο κουτί.
-Κάντυ! φώναξε μόλις έκλεισε πίσω της την πόρτα!
Η Κάντυ δεν κοιμόταν, απλά έκανε ψέματα. Ο Κλύν πετάχτηκε πάνω και χαϊδεύτηκε μαζί με την σκυλίτσα στα πόδια της Αλίκης. Η Αλίκη σκόνταψε και τα δώρα της πετάχτηκαν στον αέρα.
-Κάντυ!!!!φώναξε.
Η Κάντυ τα έπιασε και έδωσε στην Αλίκη το δικό της.
Κοιτάχτηκαν και αναφώνησαν ταυτόχρονα:
-Με το τρία! Γέλασαν τα δύο κορίτσια.
-1… ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΙΛΙΑ ΜΑΣ! Φώναξε η Κάντυ.
-2… ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΤΕΙΑ ΜΑΣ! φώναξε η Αλίκη
-3… ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ! Φωνάξανε μαζί και η Κάντυ έσκισε τα δώρα. Η Αλίκη μάζεψε απαλά το περιτύλιγμα και τι να δει!
Ένα γαλάζιο κλουβάκι στα χέρια της Κάντυ με μέσα ένα κίτρινο υπέροχο καναρίνι και στα χέρια της Αλίκης ένα ροζ κλουβί με ένα άσπρο καναρινάκι.
Και τα δύο ήταν χνουδωτά και πανέμορφα.
Η Κάντυ αυτόματα άνοιξε το κλουβί και άρχισε να παίζει με το καναρίνι. Τα βάλανε και οι δύο στα δάχτυλα τους και είπανε:
-Θα συμβολίζει για πάντα την φιλία μας! Και τα δύο καναρίνια κελάηδησαν ρυθμικά!
KΕΦΑΛΑΙΟ 22ο- ΔΥΣΚΟΛΗ ΒΑΡΔΙΑ
Τότε νύχτωσε. Ο υπαρχηγός κατευθύνθηκε προς τον Αλμπέρ :
- Να προσέχετε! Κάτι μου λέει πως σήμερα θα ξεκινήσει ο πόλεμος., στο σημείο αυτό κοίταξε προς τον Τίμον και ψιθύρισε με ένας ύφος ειρωνείας στον Άλμπερτ, πρόσεχε τυχόν βαγαποντιές του νεαρού, είναι καινούριος στο επάγγελμα. Ότι και αν κάνει έλα να με ενημερώσεις.
- -Μάλιστα, ψιθύρισε ο Άλμπερτ ύποπτος.
- -Χαίρομαι που συνεννοηθήκαμε, να προσέχεις.
Ο υπαρχηγός έσκυψε και έφτυσε με δύναμη.

Ο Άλμπερτ περίμενε να έρθει κάποιος να τους φωνάξει για να ξεκινήσουν. Αντί για αυτό ένα πολύ θορυβώδες κουδούνι τάραξε τα αυτιά του. Πήγε στον λόφο του στρατοπέδου και κάθισε δίπλα στον Τίμον.
-Τίμον, χαλάρωσε, γιατί είσαι τόσο απόμακρος; Σε πόλεμο είμαστε, δεν σε παίρνει να είσαι διπλά στενοχωρημένος.
Ο Τέρρυ είχε ψιλοθυμώσει με όλη αυτήν την ευγένεια.
-Γιατί ξέρεις τι είναι πόνος; Ψέλισσε με μια έντονη εμφανής δόση ειρωνείας. Όλα για έναν τόσο πλούσιο σαν εσένα πρέπει να ήταν πολύ εύκολα. Ούτε λάθη, ούτε δυσκολίες …
( ούτε κρυφοί έρωτες…. Σκέφτηκε και κάποιο πρόσωπο ήρθε στο μυαλό του. Δάκρυσε αλλά έκρυψε βιαστικά τα μάτια με την κουκούλα. Δεν ήθελε να προδοθεί, τόσο γρήγορα τουλάχιστον.
-Πίστεψε με Τίμον, ξέρω τι είναι πόνος … πίστεψε με. Ο Άλμπερτ κοίταξε ψηλά τα αστέρια. Να μην μπορείς να κάνεις ότι θέλεις, να μην είσαι ελεύθερος να διαλέξεις. Έπιασε τα γόνατα του και έκλεισε μέσα το κεφάλι του. Έμεινε έτσι για περίπου ένα λεπτό. Έπειτα σηκώθηκε απότομα, άρπαξε το όπλο του και χτύπησε φιλικά στην πλάτη την Τίμον- Τέρρυ.
-Ώρα για δουλειά…
Ο Άλμπερτ απομακρύνθηκε.
-Άλμπερτ εγ..
-Τι είναι Τίμον;;
Ο Τέρρυ δίστασε.
-Τίποτα.
- Ωραία.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τέταρτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:24 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23ο- ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ-ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Ήταν περίπου έξι το πρωί. Ο Άλμπερτ βάδιζε. Ξάφνου πάτησε κάτι. Κοίταξε μέσα και είδε ένα άδειο τετράδιο.
-Μάλιστα…
Σκέφτηκε να το κάνει ημερολόγιο, ναι , το ημερολόγιο ενός πολέμου, και από τότε άρχισε.

Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σήμερα το κουδούνι χτύπησε στις έξι και δέκα ακριβώς, ούτε δευτερόλεπτο αργότερα. Τώρα η ώρα είναι δέκα. Οι άλλοι στρατιώτες τρώνε και γελάνε, εγώ πήρα μια φέτα ψωμί και αποσύρθηκα. Ο Τίμον κάθεται πιο μακριά, και όλη την ώρα διαβάζει. Φαίνεται πολύ περίεργος, αλλά γνωστός , ποιος να ναι άραγε..

12:30.
Η Μεσημεριανή βάρδια δείχνει να είναι σοβαρή. Θα αρχίσει στις μία, και το περίεργο είναι ότι με ξαναέβαλαν με τον Τίμον. Σκούρα τα πράγματα, εγώ θα πρέπει να ‘’καλωσορίσω’’ τον πόλεμο.

17:30.
Όλα εξελίχθηκαν τόσο γρήγορα, μάλλον αυτήν είναι η ταχύτητα του πολέμου. Καθόμουνα με τον Τίμον, πρέπει να είχαν περάσει δέκα λεπτά από την αρχή της βάρδιας και δέκα λεπτά σιωπής. Ξάφνου πετάγεται ο Πάπετ. Κάθισε στον ώμο μου και γελούσαμε. Μετά πετάχτηκε και τράβηξε την κουκούλα του Τίμον. Εκείνος όταν το κατάλαβε την ξανάβαλε τρομαγμένος. Αλλά εγώ είχα προλάβει, ναι εγώ είχα προλάβει να δώ: ΤΟΝ ΤΈΡΡΥ!
-Τέρρυ; Ψιθύρισα περίεργα
-Άλμπερτ.. ναι εγώ είμαι. Κατέβασε κάτω το κεφάλι.
-Μα πως;;
-Ηρέμησε Άλμπερτ, δεν είσαι ο μόνος με αυτοθυσία, γέλασε ο Τέρρυ και γελούσαμε μαζί πολλή ώρα. Ήταν μια ώρα χαράς , γέλιου, μια ώρα που ξεχνάς ότι βρίσκεσαι σε….. ΠΟΛΕΜΟ!!!!
Ξάφνου ακούσαμε κάτι. Κοίταξα με τα κιάλια. Μακριά φαινόταν ένας μακρύς μαύρος στρατός. Δεν μας είχαν δει πίσω από τα βράχια. Σκούντησα τον Τέρρυ και έτρεξε και το είπε στον υπαρχηγό. Σε λίγο ο στρατός κρύφτηκε πίσω από τα βράχια. Έπειτα από λίγο, ένας κάπως περίεργος άντρας, δεν μπορώ να το κρύψω, έμοιαζε με γυναίκα, σαν να είχε κρύψει μαλλιά κάτω από την κάπα, φώναξε δυνατά μέσα σε ένα κέρας.
Αμέσως αρχίσαμε να πυροβολούμε δυνατά. Ήταν πολύ περίεργη κατάσταση, ψυχικά και σωματικά. Μπορώ να πω ότι ναι, ήταν πολύ δύσκολο, κατά την ώρα της μάχης περνάνε μέσα σου όλα, όλες οι σκέψεις, τα συναισθήματα, και συνδυάζονται κάνοντας σε έτοιμο, σε επιφυλακή για την πατρίδα.
Όταν τελείωσε η μάχη, χτυπήθηκε ένας σημαντικός των απέναντι. Όλοι μαζί – μπορώ να τους θαυμάσω για την γρηγοράδα τους- έτρεξαν ταυτόχρονα.
Τώρα θα πέσω για ύπνο, ξέρω δεν πρόκειται να κοιμηθώ αλλά θέλω να είμαι έτοιμος.
--------------------------------------------------------\
10η μέρα πολέμου, 21:30

Οι μέρες φαίνονται όλες ίδιες, όλο μάχες. Χωριστήκαμε και σε σώματα των 500. Μπορώ να πω ότι ήμασταν πολλοί, και ήμασταν κάπου 10.000 σώματα. Με διόρισαν υπαρχηγό λόγω της 5ης μάχης που πολέμησα πολύ διακριτικά. Είναι πολύ δύσκολο, και σπάνια κοιμάμαι. Σήμερα το βράδυ μπαίνω με τον Τίμον. Το στρατόπεδο είναι μεγάλο. Οι μέρες μου είναι όλες ίδιες.Ξυπνάω, τρώω γρήγορα ελιές, μετά πηγαίνω και οργανώνω την άμυνα, γεμίζω τα όπλα και ξεκινάν οι μάχες. Τώρα έχω και βάρδια.
03:30
Κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει, καθόμουνα με τον Τέρρυ στον λόφο, και ξαφνικά είδαμε κάτι μακριά. Μπορώ να πω ότι όποιος έφτασε ως εκεί, έκανε πολύ καλά την δουλειά του. Έπιασα το όπλο και απείλησα μαζί με τον Τέρρυ.
Ρίξαμε φως με έναν φακό με μανιβέλα. Απίστευτο, ήταν μια γυναίκα με μακριά κόκκινα μαλλιά.
Προσπάθησε να φύγει αλλά ο Τέρρυ την έπιασε από την ζώνη.
-Δεν θα πας πουθενά , τσίριξε.
Εγώ έψαξα στην τσάντα της. Είχε βόμβες!
Την πήγαμε στην σκηνή των αιχμαλώτων.
-Λέων, φώναξα . Πρόσεχε την.
-Γυναίκα;; γέλασε ειρωνικά.
-Μακριά τα ξερά σου, φώναξε αυτήν και τινάχτηκε.

ΛΕΩΝ----
Μα είναι τόσο όμορφη και φαίνεται καλή, αλλά λιγάκι καλομαθημένη. Δεν κάνει τίποτα άλλο από το να πλέκει μια μεγάλη τούφα και να ακονίζει το σπαθί της. Κάνει δύο εντελώς αντίθετα πράγματα, είμαστε εδώ 25 μέρες, άρα είναι εδώ 15 μέρες. Το παράξενο είναι ότι δεν την αναζήτησε κανείς…. Δηλαδή, είναι τελείως μόνη της;;;
Τόσα πολλά ερωτήματα με βασανίζουν, και ναι, είμαστε πια 300 άτομα, μετά την μάχη του Αλοφιτέρολ.
Σήμερα μιλήσαμε. Μου μίλησε πολύ άνετα. Μου είπε ότι είναι κόρη του βασιλιά, και ότι δεν θέλει να γυρίσει, όταν την ρώτησα γιατί δεν μου απάντησε, μου είπε μόνο να μην το πω σε κανέναν. Συμφώνησα.
Την έχω ερωτευτεί. Τα πράσινα μάτια της, όλα αυτά. Με κάνουν////

KΕΦΑΛΑΙΟ 24ο - ΔΙΔΥΜΑ ΕΦΟΔΙΑ
-Κάντυ έλα εδώ!!!!
Η Αδερφή Μαρία είχε ξελαρυγγιαστεί να κατεβάσει την Κάντυ από το δέντρο.

-Είμαι καλά αδερφή.
-Εσύ καλά είσαι, αλλά εγώ έχω κάτι σημαντικό να σου πω.
-Ωχ, γέλασε η Κάντυ, έρχομαι.
Με έναν ακροβατικό πήδο βρέθηκε κάτω με τα μούτρα.
-Κάντυ!!!!!!!!!!!!!!!!!
-Καλ… καλά είμαι.
-Καλά είσαι ; Κοντεύω να λιποθυμήσω. Τέλος πάντων. Είναι ανάγκη να σου πω κάτι, για αυτό έλα στο γραφείο μου. Η Αλίκη είναι ήδη εκεί εδώ και, η αδερφή σκέφτηκε, περίπου μισή ώρα. Όπως και να χει έλα.
-Μάλιστα, κοκκίνησε η Κάντυ και έτρεξε δίπλα στην αδερφή Μαρία.
Μπήκε μέσα τρέχωντας από την πια πολύ κόντη ξύλινη πόρτα και είδε την Αλίκη και την κυρία Πόνυ καθιστές.
-Κάντυ, κάτσε μαζί μας. Μαρία έλα και εσύ.
-Λοιπόν τι συμβαίνει Αλίκη; Ρώτησε η Κάντυ γεμάτη απορία.
Η Αλίκη της έγνεψε ότι δεν ξέρει.
-Κάντυ για όνομα του Θεού περίμενε.
-Καλά καλά, η Κάντυ κάθισε με γδούπο σε μια ξύλινη καρέκλα και αμέσως το μετάνιωσε.
-Ο πόλεμος έχει κλίσει ήδη τρείς μήνες. Πολύ σοβαρό. Ο στρατός μας δείχνει να τα πηγαίνει καλύτερα. Και εμείς θέλουμε να βοηθήσουμε. Για αυτό εσύ και η Αλίκη θα περάσετε κρυφά τα σύνορα και θα δώσετε φαγητό στον στρατό μας. Η αδερφή Μαρία θα σας συνοδεύσει μέχρι τα σύνορα. Αν νομίζετε ότι , δεν ξέρω, για κάποιον λόγο δεν μπορείτε, μην πάτε.
-Βέβαια μπορούμε.
-Ναι αλλά Κάντυ,
-Έλα Αλίκη.
-Καλά!
-Σπουδαία κορίτσια, αύριο θα πάτε στην πόλη να ζητήσετε λεφτά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25ο- ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ
-Λέων , πλησιάζει η εκτέλεση των αιχμαλώτων. Ξέρεις ότι την έχεις καθυστερήσει πολύ, και αυτό δεν είναι υπέρ μας, τόνισε ο αρχηγός.

Ο Λέων είχε ερωτευτεί την μικρή κρατούμενη, και αυτήν αυτόν.

-Μάλιστα.
-Και μην ξεχνάς…όλοι χωρίς εξαιρέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26ο- ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΓΑΠΗ
Βράδυ. Ο Λέων κατευθήνετε προς το κελί της Μέριντα.
-Μέριντα.
-Λέων! Χαμόγελασε αυτήν.Έλα να δεις τι έραψα.
-Δεν έχουμε καιρό, πρε, πρέπει να φύγεις.
Η Μέριντα δεν φάνηκε να καταλαβαίνει.
-Εγώ.. εγώ.
-Κοίτα , σε λίγες ώρες είναι η εκτέλεση.
-Μα, εγώ θα μείνω μαζί σου.Ξέρω πως θα τιμωρηθείς αν φύγω.
-Μέριντα δεν ακούω τίποτα, μάζεψε τα πράγματα σου και πάνε στο στρατόπεδο.
Η Μέριντα μάζεψε ένα τσαντάκι, αγκάλιασε και φίλησε στα χείλια των Λέων, και του έδωσε ένα πλεγμένο πουλόβερ.
-Πάντα θα είσαι στην καρδιά μου.
Πήδηξε από το παράθυρο και χάθηκε σαν αλεπού στα χιόνια.
Ο Λέων κοίταζε το παράθυρο, και την αγάπη του να χάνεται, πόσο άδικος είναι ο πόλεμος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27ο- ΧΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΣΚΟΠΟ
-Έτοιμη Αλίκη;; χαμογέλασε η Κάντυ.
Είχαν και οι δύο πλεξούδες πιασμένες με κοκκαλάκια και καρό φουστανάκια. Η Κάντυ είχε σκάσει στα γέλια. Η Αλίκη όχι και τόσο.
-Κάντυ σοβαρέψου, δεν είμαστε παιδάκια.
-Αλίκη χαμογέλα και κράτα το καλάθι σου.
-Ουφ, η Αλίκη έσκασε ένα χαμόγελο.
Μπήκανε στο πρώτο σπίτι.
-Καλημέρα σας! Γέλασε η Κάντυ.
-Είμαστε από το ορφανοτρο-τρο-τρο… και ήρθαμε για..για
-Δεν με ενδιαφέρει, οι πλούσιοι δεν δίνουν σε παιδιά, και η πόρτα έκλεισε απότομα.
-Αλίκη, αναστέναξε η Κάντυ.
-Ουφ, εντάξει.

Τα κορίτσια σε λίγο είχαν ανταλλάξει τα πολλά χρήματα σε φαγητά και ρούχα. Kαι τώρα, είχαν περάσει τα σύνορα.
-Αντίο ! Αδερφή Μαρία θα κάνουμε ότι μπορούμε.
-Κορίτσια να γυρίσετε σε λίγο. Θα σας περιμένω εδώ. Πάρτε και τον σταυρό μου, να σας βοηθάει.
-Μάλιστα!
Δεν ήξεραν όμως, ότι θα έμεναν εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου.
--------------------------------------------------------------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28ο- ΧΩΡΙΣΜΑ ΔΙΔΥΜΩΝ
Τα κορίτσια περπάταγαν στα γόνατα τρείς ώρες τώρα. Είχαν κουραστεί.
-Κάντυ, ψιθύρισε η Αλίκη, πάω να κόψω λίγα βατόμουρα.
-Αλίκη! Όχι!
Η Κάντυ όμως άργησε. Η Αλίκη έτρεξε και μια σφαίρα την πέτυχε ξυστά στην πλάτη.
Η Κάντυ ήταν έτοιμη να τρέξει όταν μια συμμορία γελώντας έτρεξε κα
ι άρπαξε την μικρή. Η Κάντυ έκανε νόημα στην Αλίκη να σωπάσει. Εκείνη έκλαιγε, πιο πολύ από φόβο.
-Θα είσαι καλή αιχμάλωτη μικρούλα, και το καλαθάκι σου θα μας χρησιμέψει.
-Αφήστε με! Τσίριξε αυτήν.
Ένας από αυτούς έβαλε ένα μαχαίρι δίπλα στον λαιμό της.
-Άλλη μια λέξη και θα σε αφήσουμε…. Στον τόπο!!!!
Μετά από λίγο απομακρύνθηκαν.
Η Κάντυ ταράχτηκε. Μόλις σιγουρεύτηκε ότι έφυγαν συνέχισε το ίδιο κουραστικά και κρυφά.
Σε λίγο είδε ψηλά στο βουνό το κρυσφήγετο όπως της είχε περιγράψει η κυρία Πόνυ. Σκαρφάλωσε προσέχωντας το καλάθι της και πήδηξε μέσα.
-Άλτ! Ακούστηκε μια φωνή . Ένας άσπρος κύριος την απείλησε με το μαχαίρι.
-Μη μη!!! Άρχισε να κλαίει η Κάντυ και αυτός έμεινε απορημένος.
-Άσε την κάτω Μαξ! Ο Άλμπερτ έτρεχε προς το μέρος της.
-Κύριε Γουίλιαμ;;
-Άλμπερτ!!!
-Κάντυ μου! Μα πως;;;
Ο Άλμπερτ την αγκάλιασε σφιχτά.
-Θα σου τα διαηγηθώ όλα,αλλά τώρα θέλω λίγο νερό.
-Μάλιστα. Νερό στην Κάντυ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29ο- ΔΙΑΜΟΝΗ ΣΕ ΕΝΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ
Μετά από 5 μέρες, η Κάντυ είχε γίνει η ψυχή του στρατοπέδου. Καθαριζε και τους περιποιόταν όλους. Και το βράδυ τους μάθαινε χορούς. Έψαχναν και την Αλίκη σε κάθε μάχη, αλλά πουθενά.
Η Κάντυ έστειλε μήνυμα στην αδερφή Μαρία ότι είναι καλά αυτην και η Αλίκη, και ότι θα μείνει για λίγο. Πήρε θετική απάντηση, γεμάτη κουράγιο.
Ο Τέρρυ είχε παραξενευτεί πολύ. Δεν της μίλησε καθόλου και δεν αποκαλύφθηκε.Ντρεπόταν, και φοβόταν ότι θα τον είχε ξεχάσει.
?(Να τονίσω ότι ο Τέρρυ δεν έχει πάθει ακόμα το περιστατικό με την Σουζάννα)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30ο- ΑΝΤΑΜΩΣΗ ΦΙΛΩΝ
Μια μέρα η Κάντυ συμμάζευε τα κρεβάτια, και κάτω από ένα μαξιλάρι είδε μια φωτογραφία της Έλενορ Μπέικερ που έλεγε:
Στον γιο μου Τέρρυ με αγάπη.
Πόσα θύμιζε στην Κάντυ…
-Τέρρυ!!!φώναξε έντρομη η Κάντυ.
Εκείνη την στιγμή ο Τέρρυ μπήκε στο δωμάτιο.
-Κάντυ;;
-Τέρρυυ!!!!
Η Κάντυ έπεσε στην αγκαλιά του φιλαράκου της. Κάθισαν μαζί πολλές ώρες, και η Κάντυ απολάμβανε την αγκαλιά του. Πόσα είχαν να πουν, ο Τέρρυ έδειχνε ίδιος. Η Κάντυ ένιωθε τόσο ευτυχισμένη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31ο- ΟΡΚΟΣ ΕΙΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Το βράδυ είχε πέσει. Η Κάντυ έπλενε τα πιάτα. Άκουσε κάτι.Βγήκε και τι να δεί! Η Αλίκη ήταν δεμένη σε ένα σκοινί στον εξωτερικό κορμό.
Πήγε να ξυπνήσει τον Άλμπερτ.
-Άλμπερτ! Φώναξε, εκεί έξω είναι η Αλίκη, πάμε να την πάρουμε.
-Κάντυ! Πρόσεχε, είπε ο Άλμπερτ και σηκώθηκε με το όπλο. Σίγουρα δεν δέθηκε μόνη της.Ο Άλμπερτ πήδηξε με μανία έξω, πυροβόλησε γύρω γύρω και η Κάντυ συρόμενη κάτω έλυσε την Αλίκη και έτρεξε στο στρατόπεδο.
Ο Τέρρυ ξύπνησε από τους πυροβολισμούς και βγήκε έξω. Είδε τον Άλμπερτ κουρασμένο και ματωμένο να πυροβολεί μια συμμορία 15 ατόμων.
Έτρεξε και άρχισε να πυροβολεί σαν μανιακός. Μαζί με τον Άλμπερτ τους τέλειωσαν όλους.
Ήταν και μια μάνα πίσω από το δέντρο. Μόλις είδε τον γιο της κάτω, έμπηξε τα κλάματα και ορκίστηκε ότι θα εκδικηθεί φωναχτά.
-Τέρρυ! Φώναξε ο Άλμπερτ που είχε πέσει κάτω από την κούραση.
-Ησύχασε, όλα καλά, Κάντυ φέρε επίδεσμο και πάγο.
-ξέρω Τέρρυ, πειράχτηκε η Κάντυ και άρχισε να περιποιείται τον ασθενή της.
Εντωμεταξύ η Αλίκη ήταν πολύ χαρούμενη, αλλά και ταραγμένη. Ήταν1 μήνα στο στρατόπεδο των αντίπαλων.
-Κάντυ, την αγκάλιασε όταν ξάπλωσαν, σε ευχαριστώ πολύ. Στο στρατόπεδο ένιωθα τόσο μόνη , όμως πάντα είχα αυτό.
-Ο σταυρός! Τσίριξε από χαρά η Κάντυ.
-Ήσυχα ρε! Ακούστηκαν φωνές.
Η Κάντυ και η Αλίκη γελούσαν, και με γέλια κι χαρά αποκοιμήθηκαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32ο- ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗ
Ήταν ένα συνηθισμένο απόγευμα, η Κάντυ και η Άλίκη συμμάζευαν, όταν ξαφνικά το κεφάλι του Άλμπερτ ξεπρόβαλλε στο μικρό παραθυράκι.
-Καλημέρα κορίτσια.
-Καλημέρα Άλμπερτ, είπε η Αλίκη ναζιάρικα.
-Κάντυ, μπορώ να σου μιλήσω μια στιγμή;
Η Κάντυ έγνεψε καταφατικά, η Αλίκη έκανε τάχα πως πειράχτηκε, αλλά πήγε να μιλήσει με κάτι φίλους της στρατιώτες. Είχε βρει αρκετή παρέα.
Ο Άλμπερτ τράβηξε την Κάντυ στον λόφο με τις ελιές, και την έβαλε να καθίσει κάτω από το κεντρικό δέντρο.
-Η ζωή μου είναι όλοι αυτοί οι λόφοι, είπε γελώντας η Κάντυ και πέταξε μια ελιά στο στόμα της.
-Προφανώς Κάντυ δεν έχεις καταλάβει, ο Άλμπερτ σταμάτησε προσπαθώντας να σκεφτεί την συνέχεια, πώς να το πω….την σοβαρότητα της κατάστασης.
-Ποιας κατάστασης ; απόρησε η Κάντυ.
-Εμ, άκου κοριτσάκι. Ο στρατός ο δικός μας και των αντιπάλων έχει ξεμείνει με ένα στράτευμα. Θα λεγε κανείς ότι είναι εύκολος στόχος, αλλά όχι. Δεν είναι. Καλούνε όλους τους υπόλοιπους άντρες, για την τελική μάχη που θα διεξαχθεί μεθαύριο το βράδυ. Μιας και είμαι πια αρχηγός, έχω κουραστεί. Ξέρω πως τα πράγματα θα είναι 5 φορές πιο σκληρά. Σκέψου λίγο, θα ήθελες να γυρίσεις πίσω;
-Μα Άλμπερτ, αν εγώ και η Αλίκη, πείσμωσε η Κάντυ, δεν κάναμε όλες αυτές τις κουραστικές δουλειές, δεν θα είχατε αντέξει. Τρώτε μια χαρά φαγητό που δίνει δύναμη, σας καθαρίζουμε τα πάντα για αποφυγή ασθενειών.. και ας μην ξεχνάμε…., η Κάντυ φώναζε απειλώντας με το δάχτυλό της.
-Σώπα καλέ! Της έκλεισε το στόμα ο Άλμπερτ και τώρα ποια ακουγόταν το μουρμουρητό της και έριξε μια εξεταστική ματιά γύρω.
-Άλμπερτ! Γκρίνιαξε η Κάντυ.
-Καλά όπως θέλεις πεισματάρικο. Κοίτα να χαρείς αυτές τις δύο μέρες.
-Ναι όταν τρως ωραίο ζεστό φαγητό καλά είναι, γέλασε η Κάντυ και πήδηξε κάτω από την ελιά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33ο- ΣΑΝ ΤΙΣ ΚΑΛΙΕΣ ΠΑΛΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ
Η Κάντυ πότιζε τα λουλούδια, τραγουδώντας ένα ζεμπέκικο από τις διακοπές της στην Ελλάδα. Ξάφνου ένα χέρι την ταρακούνησε και έκανε το ποτιστήρι να χυθεί στο πρόσωπο της Κάντυ.
Η Κάντυ κατακοκκίνισε και θυμωμένη γύρισε να δει ποιος ήτανε.
Ο Τέρρυ χαιρέτησε ευγενικά την Κάντυ.
-Γεια σου Φακιδομούρα, πρέπει να το κάνεις συχνά αυτό, οι φακίδες σου γίνονται πιο κόκκινες.
-Τέρρυ!! Η Κάντυ τσίριξε και άρχισε να τον κυνηγάει, μέχρι τον λόφο με τις ελιές.
Ο Τέρρυ σταμάτησε απότομα, και έτσι η Κάντυ έπεσε πάνω του και συνέχισαν κουτρουβαλητό μέχρι το τέλος του λόφου.
Είχαν γίνει και οι δύο κόκκινοι και λασπωμένοι με σκισμένα ρούχα.
-Να μάθεις φακιδομουτράκι, ο Τέρρυ της τσίμπησε τις φακίδες.
-Ναι καλά κύριε υπαρχηγέ, έπαιξε με την φωνή της η Κάντυ, που αφήνουμε και το σχολείο τώρα.
-Για ελεύθερες σχέσεις με ανήλικο, παρατήρησε ο Τέρρυ και άλλαξε την φωνή του στης κυρίας Γκρέυ.
- Ελεύθερες σχέσεις; Πως τολμάς Τέρρυ;
-Πείραγμα, όπως θες πες το.
Η Κάντυ κάθισε στα πόδια του και χασμουρήθηκε.
-Τι έγινε, πάμε για υπνάκο ταρζανάκι;
-Αποκλείεται, πρέπει να ποτίσω τα λουλουδάκια και να σε χαζεύω πως χάνεις στην βάρδια σου.
-Ή πρέπει να πας να μαζέψεις κάτι που καίγεται.
Η Κάντυ σκέφτηκε λίγο και μετά άρχισε να τρέχει φωνάζοντας.
-Η Φασολάδαααααα παναγίτσα μουυυυ!!!!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34ο- ΑΔΙΚΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Η κυρία Μέριλόους, ήταν μια απλή γυναίκα. Και μάλιστα μια ηλικιωμένη. Είχε έρθει για να βοηθάει τον γιο της στον πόλεμο. Κανείς δεν την υπολόγιζε ως εχθρική ή κάτι τέτοιο, σήμερα όμως, έμελλε να κάνει κάτι… που θα ξεπερνούσε τις γνώμες όλων για αυτήν, κάτι μοιραίο. Έχωσε κάτι στην τσάντα της λοιπόν και ξεκίνησε για το αντίπαλο στρατόπεδο.
Έξω βράδιαζε, και ήξερε ότι για αυτήν θα ήταν μια πολύ δύσκολη νύχτα. Ανέβηκε πάνω στο πιο ψηλό δέντρο, παρόλο που η ηλικία της δεν το επέτρεπε. Περίμενε να μπαίνουν μέσα στις σκηνές. Και ξαφνικά τον είδε, ναι αυτός πρέπει να ήταν, αλλά ήταν και η άλλη μαζί του. Δεν πειράζει, σκέφτηκε, με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, και έβγαλε το κεραμίδι από την τσάντα της. Όταν το αγόρι πέρασε από κάτω έριξε το κεραμίδι πάνω στο κεφάλι του. Το αγόρι φώναξε δυνατά και αίμα άρχισε να το κατακλύζει. γιαγιά έτρεξε να κατέβει.
-Τέρρυ! Φώναξε η Κάντυ ενώ το πόδι της πονούσε αφόρητα. Αλλά τότε είδε την γιαγιά να τρέχει, Εσύ δεν έχεις να πας πουθενά!!! Φώναξε και έπιασε το χέρι της με το λάσο. Και την έδεσε στο δέντρο βιαστικά.
-Τέρρυ, Τέρρυ μίλα μου! Τσίριξε η Κάντυ, βοήθειααα!!!
Έπιασε ένα υγρό μαντήλι και του τύλιξε την πληγή.
-Κάντυ, Κάντυ δεν βλέπω τίποτα. Θα πεθάνω!
-Όχι Τέρρυ δεν θα πεθάνεις, όχι τίποτα δεν θα πάθεις, στο ορκίζομαι, το στρατόπεδο είναι μακριά, θα πάω να φωνάξω όμως βοήθεια. δεν έπρεπε να είχαμε έρθει εδώ.
-Κάντυ όχι, είπε ο Τέρρυ και της έσφιξε το χέρι. Μείνε εδώ, δεν πρόκειται να ζήσω. Θέλω όμως να ξέρω ότι είσαι εδώ μαζί μου.
-Τέρρυ… όχι Τέρρυ. Τέρρυ μίλα μου!!!
Ο Τέρρυ όμως είχε αφήσει αυτόν τον κόσμο. Μέσα στην αδικία και την εκδίκηση.
Η Κάντυ σκόνταφτε και σηκωνόταν , ώσπου έφτασε στο στρατόπεδο.
-Άλμπερτ, ο Τέρρυ πέθανε, Άλμπερτ!!!!
-Κάντυ;; γιατί;;
-Ένα κεραμίδι …η γιαγιά! Έλα και φέρε και ένα όπλο μαζί σου!
Ο Άλμπερτ την ακολούθησε, η γιαγιά ήταν λιπόθυμη.
-Τώρα ρίξε!
-Μα, Κάντυ…η γιαγιά;;
-Τώρα σου λέω, αυτήν σκότωσε τον Τέρρυ.
-Κάντυ δεν μπορώ…
-Άλμπερτ.. δεν καταλαβαίνεις.
Όμως η γιαγιά είχε πεθάνει από τις τύψεις.. που είδε ένα νέο παιδί να χάνεται άδικα. Ο ουρανός ήταν πιο κόκκινος από ποτέ, είχε λουστεί με καινούργιο.. άδικο αίμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35ο – ΚΙΝΗΤΡΟ ΓΙΑ ΝΙΚΗ
Η Κάντυ κάθισε στα γόνατα του Άλμπερτ στην μέση του λόφου.
-Και τώρα.. και τώρα Άλμπερτ;
-Και τώρα τι ; Κάντυ μου.
-Τ. τι θα κάνουμε; Χάσαμε τον υπαρχηγό, θα τα παρατήσουμε;
Ο Άλμπερτ τύλιξε τα χέρια του γύρω από αυτήν.
-Άλμπερτ.. αναστέναξε η Κάντυ.
-Έλα Κάντυ.. δεν πρέπει αν τα παρατήσουμε, ο Τέρρυ δεν θα ήθελε να τα παρατήσουμε. Πέθανε γιατί έκανε το καθήκον του. Θα έπρεπε να τον θαυμάζουμε. Τώρα πρέπει να νικήσουμε για χάρη του Τέρρυ. Πάω μέσα τώρα,,,,, όταν είσαι έτοιμη έλα.
-ναι. Συμφώνησε η Κάντυ.
Ο Άλμπερτ απομακρύνθηκε. Η Κάντυ έφτιαξε κάτι και έφυγε.
Τώρα εκεί στεκόταν μια μεγάλη άσπρη πέτρα με μαργαρίτες. Πάνω έγραφε με σκαλιστά, με αίμα γραμμένα γράμματα……

Εις μνήμην Τέρρυ Γ. Γκράντσεστερ.. εθνικού ήρωα …





Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ- ___
GRAND CHESTER
- - - - - - - - - - - - - - - -
Όλοι εκτός από την Αλίκη –γιατί ήταν η πιο μικρόσωμη- ήταν κρυμμένοι πίσω από μεγάλα βράχια. Εκείνη περίμενε να δει τους εχθρούς. Τα μάτια της είχαν θολώσει και ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει από αγωνία – και φόβο-. Όλοι τους περίμεναν και περίμεναν……
Ξάφνου βλέπει έναν στρατιώτη να τρέχει με μια σημαία.
Έκανε τον ήχο της κουκουβάγιας όσο πιο δυνατά μπορούσε και χώθηκε μέσα στην σπηλιά της. Το στράτευμα των αντιπάλων άρχισε να φαίνεται και τότε έπεσαν και οι πρώτες πιστολιές. Η Κάντυ ήταν στον ρόλο του αλεπουδιάρη… ήταν ιδέα του Άλμπερτ. Όποιος κατάσκοπος ερχόταν, ή όποιος ξέφευγε από το τάγμα για κάθε πονηρό ή όχι σκοπό, τον έδενε με το λάσο και τον εκτελούσε με ένα όπλο. Βασικά.. όχι, ο Λούι το έκανε αυτό.. η Κάντυ θα πέθαινε επί τόπου.
Είχαν έρθει πλέον κοντά κοντά. Παντού έβλεπες θύματα. Οι στρατιώτες των μεγάλων δυνάμεων ήταν πιο έξυπνα οργανωμένοι. Η Κάντυ είχε μαζέψει 20 άτυχους, και όλοι είχαν εκτελεστεί. Η Αλίκη πέταγε πέτρες στα κεφάλια αυτών που ερχόταν για να σκοτώσουν με μαχαίρια. Ήταν απαίσιο θέαμα. Ο Άλμπερτ ήταν υπέροχος, έτρεχε έριχνε όσο χτυπημένος και να ήταν.3 ώρες και ακόμα να τελειώσει η μάχη. Ξάφνου ένας στρατιώτης σημαδεύει την Μέριντα, ξέροντας ότι θα είναι μεγάλο χτύπημα για τον βασιλιά.
-Μηηηη, φωνάζει ο Λέων και μπαίνει μπροστά από την Μέριντα.
Τότε από το απέναντι στρατόπεδο ρίχνει κάποιος πάνω στον Λέων. Η σφαίρα περνάει δίπλα από την καρδιά και ο Λέων σχεδόν δεν ανασαίνει.
-Αγάπη μου.. είσαι καλά;;; τον ταρακουνάει κλαίγοντας η Μέριντα.
Η μάχη σταματάει αυτόματα για λίγο. Είναι σαν κάποιος να πάτησε παύση για να δει την καταστροφή.
-Μέριντα, Μέριντα σε αγαπούσα όσο τίποτε άλλο.. θέλω .θέλω να το ξέρεις. Αν μπορούσα να ζήσω δεν θα σε άφηνα ποτέ.
-Λέων! και γω, και γω σε λάτρευα.
Η Μέριντα σκύβει και φιλάει στο στόμα τον Λέων κλαίγοντας. Η Κάντυ έρχεται, αρπάζει τον Λέων και τον πάει στο μέρος που γιάτρευε ασθενείς. Η Μέριντα
Σκουπίζει τα δάκρυα της, αρπάζει ένα όπλο από κάτω και τρέχει στο στρατόπεδο του Λέων.
-Εγώ εδώ θα πολεμήσω, τσιρίζει και σκοτώνει έναν από το στρατόπεδο της.
Η μάχη συνεχίζεται. Η Μέριντα πετάγεται σαν αλεπού και σκοτώνει. Σε μία ώρα ,όλο το απέναντι στρατόπεδο… δεν υπάρχει.. έχει καταστραφεί, Οι μεγάλες δυνάμεις πανηγυρίζουν και αγκαλιάζονται. Η Μέριντα αγκαλιάζει την Κάντυ και τρέχει να δει τον Λέων. Εκείνος ανασαίνει και το αίμα σχεδόν σταματάει.
-Λέων! Φωνάζει και τον αγκαλιάζει.
Ο Λέων χαμογελάει αφού δεν μπορεί να μιλήσει ή να δει.
Ο πόλεμος τέλειωσε, και 20άτομα – συν την Μέριντα πια 21- από τις μεγάλες δυνάμεις που έζησαν κατευθύνονται προς το στρατόπεδο.
-Κάντυ, Αλίκη, μπορείτε να γυρίσετε, από αυτόν τον δρόμο. Εμείς θα τακτοποιήσουμε και θα γυρίσουμε. Όλα καλά;
-Ναι Άλμπερτ, η Κάντυ τον αγκάλιασε. Πάμε Αλίκη.
-Κατευθείαν για την ασφαλή και ειρηνική ζωή, γέλασε αυτήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36ο- Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ
Σε όλο τον δρόμο η Κάντυ και η Αλίκη τσιρίζουν και αγκαλιάζονται από χαρά. Μαζεύουν λουλούδια και χαίρονται.
-Κάντυ, τώρα που θα πάμε αφού τέλειωσε ο πόλεμος;
-Στην κυρία Πόνυ βρε χαζούλα. Θα μας δώσει βραβείο τώρα και δεν θα με μαλώνει.
-Μα .. πρέπει να γυρίσεις στο νοσοκομείο.
-Εμένα μου έλειψαν οι μαμάδες μας. Δεν γυρίζω πίσω.
‘’Η Κάντυ δείχνει τόσο αποφασιστική. Είναι τόσο καλή. Και λέει μαμάδες μας! Τι ωραία που νιώθω’’
-----------------------------------------------------------------------------
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37ο-ΞΑΝΑΝΤΑΜΩΜΑ
Ξημέρωνε, πρέπει να ήταν κάπου 6 η ώρα. Η Κάντυ και η Αλίκη είχαν κουραστεί πάρα πολύ, όμως να τες τώρα στέκουν έξω από το ορφανοτροφείο. Η Κάντυ χτυπάει την πόρτα. Δυνατά, περιμένει λίγο, αλλά τίποτα, ξαναχτυπά, ξαναχτυπά. Τότε ρίχνει μια πέτρα στην πόρτα και αυτήν ανοίγει.
Η αδερφή Μαρία κοιτάει έξω, τρίβει τα μάτια της και μετά ενθουσιασμένη φωνάζει:
-Κάντυ; Αλίκη Κοριτσάκια μου! Μα πώς;;; Ο πόλεμος τέλειωσε;
Η Κάντυ γελάει: ναι αδερφή και σε λίγο θα το ανακοινώσουν κιόλας.
Η αδερφή δείχνει εμφανώς ανακουφισμένη.
-Έχω πολλά να σας ρωτήσω, μα ελάτε μέσα να πιείτε κάτι και να στρώσουμε να ξαπλώσετε.
Η αδερφή έβαλε ζεστό γάλα με μέλι και για τις δύο τους και από ένα αυγό.
Κάντυ αν δεν τρως το αυγό σου πως θα δυναμώσεις;
Η Κάντυ θυμήθηκε τα λόγια της αδερφής και γέλασε.
- Ο κύριος Άλμπερτ ζει κορίτσια;; Θέλω να πω.. είναι καλά;
-Μια χαρά και σε λίγες ώρες θα έρθει εδώ!!!

Ή ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕ…..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38ο- ΛΑΘΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ
Πέρασαν 5 μέρες από το τέλος του πολέμου και ο Άλμπερτ ακόμα να φανεί.. όσο και αν η Κάντυ προσπαθούσε να καθησυχάσει τον εαυτό της, πάλι δεν καταλάβαινε τι μπορεί να συνέβη. Έτσι τώρα βάδιζε προς το κουτί με τα γράμματα. Η αλληλογραφία μεταξύ τους συνεχίστηκε για πολύ καιρό.
 --- -- --- -- --- -- -- -- -- -- - - - - - - - - - --
5η Μέρα μετά τον πόλεμο, μικρή ξύλινη βάρκα.

Αγαπημένη μου Κάντυ,

Συγγνώμη που σε ανησύχησα, Είμαστε σχεδόν όλοι μια χαρά… δηλαδή να.. είχαμε πάρει μια άμαξα για να μας οδηγήσει προς τον σταθμό. Όμως ο οδηγός, μα πήγε προς το λιμάνι και μας άφησε ολομόναχους σε μια ξένη πόλη. Πήραμε το καράβι για Αμερική, για να τους πάω κάπου να μείνουν.
Δεύτερη μέρα στο καράβι και πιάνει μια τεράστια καταιγίδα. …… Συγκεντρωθήκαμε και τα 19 άτομα και τους εξήγησα ότι μιας και δεν εμπιστευόμαστε τα άτομα εδώ και μπορεί να μας πετάξουν και μέσα για λιγότερο βάρος, ας φτιάξουμε μια βάρκα και να φύγουμε. Έτσι κρυφά την φτιάξαμε και το βράδυ πηδήξαμε όλοι μέσα. Δυστυχώς ο Μάιλο, πιάστηκε στο δίχτυ και πέθανε γρήγορα από ασφυξία. Είμαστε πια 18. Στην μέση ενός άγνωστου ωκεανού, και πριν από λίγα λεπτά είδα μερικά θύματα του πλοίου. Σου στέλνω τα γράμματα με την βοήθεια του Νώε, ενός ταχυδρομικού περιστεριού.
Ελπίζω να το πάρεις. Είναι η σειρά μου να κάνω κουπί. Έχεις χαιρετίσματα από την Μέριντα. Τα λέμε σύντομα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39ο- ΚΑΡΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΜΟΝΗ

Η Κάντυ πετάχτηκε από το κρεβάτι της και έτρεξε στο γραμματοκιβώτιο. Ο θόρυβος ξύπνησε την αδελφή Μαρία.
‘’Η Κάντυ το κάνει αυτό εδώ και 5 μέρες. Δεν έχει λάβει απάντηση στο μήνυμα της ακόμα άραγε; Αχ, αυτό το κορίτσι… πότε θα μεγαλώσει επιτέλους; Μου φαίνεται ότι θα το κάνει συνέχεια αυτό… να φαίνεται τόσο μικρή… ειλικρινά δεν ξέρω τι θα κάνω …’΄΄

-Έχω γράμμα!!! Σκέφτηκε η Κάντυ και άρχισε να χοροπηδάει. Άρπαξε το γράμμα και έτρεξε στον λόφο της. Θυμήθηκε την άλλη φορά που έκανε έτσι για τα γράμματα.. Λοιπόν…. Υποθέτω πως η άλλη δεν ήταν και τόσο καλή.
Διάβαζε γρήγορα και ‘’ρουφούσε’’ την κάθε λεξούλα γραμμένη από το χέρι του αγαπημένου της Άλμπερτ. Όταν το τέλειωσε ..αποφάσισε να μην πει ακόμα σε κανέναν τι γίνεται.. θα το αφήσει για το βράδυ για να το πει ιστορία στα παιδιά. Ναι, είχαν μείνει 25 παιδιά, πολλά.. κάτι πρέπει να κάνει για να βρουν γονείς.. ναι, εξάλλου αυτήν τώρα βρήκε την ευτυχία της. Κοίταξε μακριά.. στον ουρανό και χαιρέτησε τον Άλμπερτ. Του έστειλε ένα μικρό γράμμα, φοβάται λέει αλλά ξέρει ότι θα έρθει σύντομα και περιμένει νέα του. Η Κάντυ έτρεξε μέσα να στρώσει το τραπέζι και σιγοτραγουδούσε μέσα της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4Οο- ΑΤΥΧΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ
15η μέρα πολέμου, ξερονήσι του Ντομπλχάιντ και Μικουλ
Αγαπημένη μου Κάντυ.

Χαίρομαι που είσαι καλά, δεν χρειάζεται να φοβάσαι.. σύντομα –το ελπίζω- να είμαι εκεί και να τρώμε όλοι μαζί τις λιχουδιές της Αδελφής.
Σήμερα είχαμε μια ξεχωριστή περιπέτεια, που δεν αντέχω να μην σου την περιγράψω λεπτομερώς.
Μοιάζει λίγο σαν αυτές τις τρομακτικές ιστορίες που διαβάζουμε, και σε πληροφορώ:
ΑΛΛΟ ΝΑ ΤΗΝ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΤΗΝ ΒΛΕΠΕΙΣ.


Ήμασταν που λες 19 άτομα.. σταματήσαμε στην περιοχή του Όλιγκαρι, ενός νησιού που στον χάρτη έλεγε ότι ήταν ιδιοκτησία των Κίκων. Ήμασταν ένα μικρό στράτευμα στην ουσία, έτσι κατακτήσαμε το μικρό νησάκι και γεμίσαμε με φαγητό την βάρκα. Φώναξα μερικούς συντρόφους μου να φύγουμε εκείνοι όμως κάθισαν και έτρωγαν. Βλέπεις Κάντυ μου, είχαμε 2 μέρες να φάμε, και υπέκυψαν. Εγώ ήξερα όμως ότι σίγουρα θα υπήρχαν και άλλοι, έτσι ανεβήκαμε στην βάρκα και φύγαμε με τους υπόλοιπους 16, τότε είδαμε από μακριά 5 Κίκονες να τους σκοτώνουν. Ήταν τραγικό θέαμα.
Όμως η ατυχία μας δεν τελειώνει εδώ Κάντυ μου..
Περιπλανιόμασταν σε σφοδρές καταιγίδες, και πνίγηκαν δύο στρατιώτες, και δώσαμε το όνομα τους στο ξερονήσι που βρισκόμαστε..
Αναρωτιέμαι τι θα κάνω Κάντυ μου. Τα λέμε.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Aldebaran
Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά...


Θηλυκό
Αριθμός μηνυμάτων : 3426
Ηλικία : 46
Τόπος : Allou fun park...
Επάγγελμα : Λίγο απ΄όλα...
Αγαπημένος χαρακτήρας : Άλμπερτ
Registration date : 31/01/2009

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τέταρτη Ιστορία   Κυρ Σεπ 15, 2013 10:30 pm

Κεφάλαιο 41ο- Αιχμάλωτοι

20η μέρα μετά τον πόλεμο.. σπηλιά των αιχμαλώτων.

Κάντυ μου, από ότι φαίνεται μπορεί να σε παραξενέψει λίγο το όνομα της περιοχής που βρισκόμαστε, όμως αυτήν είναι η αλήθεια. Άκου πως έγιναν τα πράγματα:
Δεν υπήρχε τίποτε φαγώσιμο στο νησί είναι η αλήθεια, ήταν ένα μέρος που δεν μπορούσες να μείνεις, ήταν ακατάλληλο για άνθρωπο. Έτσι καθώς περπατούσαμε μια φορά, βρήκαμε ένα μικρό δέντρο, με 5 μεγάλα και παχουλά υπέροχα πορτοκαλιά φρούτα. Φαντάζεσαι τι πειρασμός ήταν αυτός. Η Μέριντα φώναζε να μην τα φάμε γιατί της φαίνονται περίεργα, αλλά 5 άτομα όρμησαν και άρχισαν να τρώνε γρήγορα . Κάνανε μάχη, για να μην τους τα πάρει άλλος, όμως ήταν δηλητήρια. Έτσι γυρίσαμε στην θάλασσα 9 άτομα.
Μετά πήγαμε σε ένα ακόμα ξερονήσι, με μερικά σκόρπια δέντρα με φουντούκια. Ξαφνικά ένας στρατός με μερικά κουρέλια για ρούχα όρμησε πάνω μας και μας έδεσαν. Έτσι καταντήσαμε στην σπηλιά των αιχμαλώτων. Τελειοποίησα τα σχέδιο μου και πρέπει να το πραγματοποιήσω, ειδάλλως.. δεν θα με ξαναδείς ποτέ Κάντυ μου!

Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί, σε διαβεβαιώνω.



42ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ- ΛΥΤΡΩΣΗ
40η μέρα μετά των πόλεμο, νησί των Φαιδών
 
4 Ήμασταν;  Ένας έμεινα. Ξαφνικά έπιασε ένα τεράστιο τσουνάμι, ξεκίνησε από μια μικρή καταιγίδα. Ρήμαξε τα πάντα, το πλοίο, τα ξύλα, τα εφόδια, σου λέω δεν έμεινε τίποτα.  Με πέταξε και μένα κάτω και άρχισε να με ‘’γδέρνει ‘’ η θάλασσα. Ήταν εφιαλτικά, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, οι ελπίδες μου είχαν χαθεί. Ακόμα και όταν ο εφιάλτης τελείωσε, εγώ έμεινα ζαλισμένος να περιπλανιέμαι με το ξυλάκι που κρατούσα. Μόλις είδα στερία πίεσα τον εαυτό μου να βγάλει όλες τις δυνάμεις του, και μόλις έφτασα σωριάστηκα λιπόθυμος κάτω. Ξύπνησα καλύτερα πάνω σε ένα χρυσοκέντητο κρεβάτι με πολύ πλούσιο φαγητό και υπηρέτες και δούλες γύρω μου. Όπως έμαθα αργότερα η πριγκίπισσα των Φαίδων, Φαίδρα, με βρήκε κάτω και αμέσως με φρόντισε. Έπειτα με κάλεσαν για φαγητό και με παρακάλεσαν να τους διηγηθώ την ιστορία μου. Ορκίστηκαν αύριο να μου διαθέσουν ένα μέσο για να μπορέσω να γυρίσω στην Αμερική! Εύχομαι να γίνει επιτέλους.
Τα     λέμε Κάντυ μου.
 
43ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ
41η μέρα μετά τον πόλεμο, τρένο της λύτρωσης
 
Αυτό ήταν Κάντυ μου, αυτό . Είμαι στο τρένο και έρχομαι γρήγορα Αμερική. Το πιο σύντομο δυνατόν θα είμαι στο ορφανοτροφείο.
Είμαι τόσο χαρούμενος. Είχα κουραστεί με όλα αυτά. Ειλικρινά νόμιζα πως δεν θα ξαναγύριζα πίσω… ποτέ… σαν  όλους τους συντρόφους μου. Σίγουρα οι εφημερίδες θα γράψουν πολλά για μένα και το ταξίδι της επιβίωσης μου, για αυτό δεν θέλω να τους δώσεις στοιχείο παραπάνω για την επιστροφή μου. Τα λέμε σύντομα,
 
Ο πρίγκιπας του Λόφου.
 


44ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ- ΚΑΡΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΜΟΝΗ
 
   Σήμερα είναι η μέρα που θα έρθει ο Άλμπερτ στην Αμερική, συλλογιζόταν η Κάντυ ενώ έδενε τα κοτσιδάκια  της. Έβαλε και ένα κόκκινο πουά φόρεμα που της χάρισε και έτρεξε στον δρόμο .
-Κάντυ, που πας;; φώναξε η αδερφή Μαρία στην πόρτα, ξέχασες το καπέλο σου.
-Είναι αργά πια, ανταπέδωσε η Κάντυ που χάρης στο γρήγορο τρέξιμο της έφτασε μέσα σε 5 λεπτά πολύ πολύ μακριά. Σαν αετός πετούσε. Κύλησε γρήγορα στις πεδιάδες και έφτασε στον σταθμό.
 
   Μπορεί οι μπότες της να λερώθηκαν, τα κορδόνια της να λύθηκαν, το καινούργιο της φόρεμα να μην είναι  πια καινούργιο και τα μαλλιά της να είναι γεμάτα φυλλωσιές και λάσπες, αλλά έφτασε, ναι ναι έφτασε, έφτασε και δεν μπορεί να το πιστέψει, θα δει τον Άλμπερτ, τον Άλμπερτ.
Σταμάτησε μπροστά στον ξεθωριασμένο τσίγκινο τοίχο που την έβαζε μέσα στον σταθμό.
Το κτίριο του σταθμού πρέπει να ήταν το πιο υπέροχο κτίριο που ήξερε στα παιδικά της χρόνια. Τουλάχιστον ήταν… τώρα που πέθανε ο ιδιοκτήτης του, ο Δόκτορ Μίτσελιν, ένας πάρα πολύ πλούσιος γέρος, κανείς δεν έχει σκοπό να αναβαθμίσει αυτό το μέρος. Το κτίριο είναι πια ξεφτισμένο και είχε παλιά τραπέζια με 3 πόδια. Οι υπάλληλοι ήταν το ίδιο αδιάθετοι, έτσι και αλλιώς θα έμεναν σε αυτό το πόστο, το πολύ κάνα δύο χρόνια ακόμα, και το ήξεραν ήδη. Ζούσαν με τα λεφτά του παλιού ιδιοκτήτη. Δεν ήταν και πολύ εξυπηρετικοί, και το μόνο που έκαναν ήταν να μιλάνε μεταξύ τους. Να τοι, έχουν μείνει μόνο δύο. Δεν υπήρχε ουρά, γιατί η Κάντυ είχε έρθει πολλές ώρες πριν. Πλησίασε τον κύριο, δίπλα σε μια ξανθιά κυρία που χτένιζε τα μαλλιά της.
‘’Αφού τα μαλλιά της είναι πράσα και  μακρουλά, γιατί ασχολείται μαζί τους;’’ Αναρωτήθηκε η Κάντυ αλλά συνέχισε την πορεία της. Σκόνταψε στο  άλλο παπούτσι του κυρίου που βρισκόταν κάτω και βρέθηκε φαρδιά – πλατιά στο πάτωμα.
Ο κύριος ανασήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε αφ’ υψηλού. Φορούσε ξεχαρβαλωμένο με μισά κουμπιά πουκάμισο και μια κοντή σκισμένη βερμούδα, ένα παπούτσι και τρύπιες κάλτσες και ισορροπούσε την καρέκλα στον τοίχο καθαρίζοντας τα δόντια του με μια οδοντογλυφίδα. Τα μαλλιά του ήταν λιγδιασμένα και τα αφτιά του κίτρινα.
-Τι έγινε χωριάτισσα, παραπάτησες; Γέλασε αυτός και η κοπέλα ανταπέδωσε με ένα σκαστό γελάκι.
Αυτήν φορούσε ένα κοντό παλιό φόρεμα και μακριά χρυσά σκουλαρίκια.
-Μπορώ να κάνω κάτι για… σένα; Την ρώτησε και έπιασε μια λίμα και κοίταξε τα νύχια της.
-Εμ.. το τρένο 57 γραμμή 43 πότε έρχεται;
Βαριεστημένα έπιασε ένα χαρτί ο νεαρός και το πέταξε στην μούρη της κοπέλας. Εκείνη γούρλωσε τα μάτια της και πέταξε το χαρτί στο πρόσωπο της Κάντυ.
-Κοπελιά, το βλέπεις;;; Είναι σε 3 ώρες.
-Δεν πειράζει…θα περιμένω, αναστέναξε η Κάντυ και κάθισε σε μια καρέκλα, όμως της έφυγε ο πάτος και βρέθηκε κάτω.
-Έχουμε και περιοδικά για τροφή κότας αν θες! Γέλασε ο νεαρός και η Κάντυ βόγκηξε και έριξε τον νεαρό από την θέση και κάθισε .
45ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ- ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΑ
-Τι ώρα είναι ; ρώτησε βαριεστημένα η Κάντυ την διπλανή  της. Ήταν η κυρία Κάθριν, η μανάβισσα. Πάντα είχε κάτι να δώσει στην Κάντυ, και ήταν η μέγα χορηγός του ορφανοτροφείου. Τα παιδιά της είναι όλα μεγάλα και σε άλλες χώρες και ο άντρας της πέθανε λίγες μέρες αφότου γέννησε το τελευταίο της παιδί. Η δύσκολη ζωή της ως χήρα, αλλά και ως ορφανή κόρη την έκαναν να αγαπήσει πολύ τα παιδιά και αφότου έκανε μόνη της περιουσία βοηθούσε πολύ στο ορφανοτροφείο. Ήταν πολύ μελαμψή και στρουμπουλή, η Κάντυ όταν ήταν μικρή την φώναζε κυρία ‘’Καρπούζι’’ και γελούσε. Φορούσε ένα γαλανό φόρεμα που της ερχόταν θεόσφιχτο και μεγάλα μακριά σκουλαρίκια.
-Δεν έχει και πολύ διαφορά  από την προηγούμενη φορά που με ρώτησες Κάντυ, της απάντησε και έβαλε άλλη μια ρόγα σταφύλι στο στόμα της Κάντυ.
Η Κάντυ αγανάκτησε και ξάπλωσε στον ώμο της: Περιμένω εδώ τόσες ώρες, είπε.
Η Κάντυ αποκοιμήθηκε, και την ξύπνησε ένας μεγάλος ήχος κουδούνας του τρένου. Η κυρία Κάθριν περίμενε τον μεγάλο γιο της και τα εγγόνια και έτρεξε γρήγορα έξω αφήνοντας την Κάντυ να πέσει στην καρέκλα.
-Πάλι καλά δεν είχε και γυάλινο κάθισμα! Γέλασε η Κάντυ, έπιασε το κεφάλι της και έτρεξε έξω.
Η πόρτα άνοιξε και ένας ένας , σαν τζέντλεμαν οι άνθρωποι βγήκαν έξω με κομψό περπάτημα, να ήταν όλοι εκεί: κάτι φίλοι του ορφανοτροφείου, κάτι μεγάλα παιδιά με βαλίτσες, ένας ξένος με γυαλιά και σαγιονάρες, μια γιαγιά με μπαστούνι και μια βαριά ροζ τσάντα, μια κομψή δεσποινίς με μεγαλο μπούστο και ένα κανίς στο χέρι, τα στρουμπουλά παιδιά στο χέρι της νύφης της κυρία Κόθριν, μια κυρία με το τηλέφωνο και την αγωνία στο χέρι. Η πόρτα έκλεισε, όλοι έφυγαν και η Κάντυ έμεινε έξω από το τρένο να κοιτά. Έριξε έναν ακόμα θαμπό βλέμμα στον κάμπο και σκαρφάλωσε στο ψηλό μαύρο πεζούλι.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 46ο- ΟΥΡΑΝΟΣΤΑΛΜΕΝΗ ΒΟΗΘΕΙΑ
Είχε νυχτώσει. Μια σταγόνα κύλησε στα μάτια της και κοίταξε στον ουρανό, όχι, όχι δεν ήταν βροχή. Ήταν δάκρυ. Ανοιγόκλεισε τα ματόκλαδα της και σκούπισε τα κόκκινα μάτια της. Προσπάθησε να μην κλάψει, αλλά μετά έβγαλε όλο το κλάμα της. Έκλαιγε , έκλαιγε και δεν σταματούσε, περνούσαν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, οι ώρες. Ξάφνου πέρασε ένας νεαρός από δίπλα της. Τον κοίταξε. Έμοιαζε πολύ με τον Τέρρυ. Πάρα πολύ. Το κεφάλι του γύρισε και είδε τα μάτια του. Τα καφέ μαλλιά του ανέμισαν στον άνεμο και έλαμψαν στο φως των αστεριών.
-Κλαις μικρή; Απόρησε αυτός.
Η Κάντυ σκούπισε τα μάτια και έκανε μια μάταια προσπάθεια να χαμογελάσει.
-Όχι.. δηλαδή ναι.
- Κλαίς συχνά;
-Όχι.. δηλαδή ναι.
Ο νεαρός κοίταξε την μικρή και γέλασε.
-Κρίμα δεν πρέπει. Ειδικά μια όμορφη κοπέλα σαν και σένα δεν πρέπει να κλαίει. Υπάρχουν λιγότερα πράγματα στην ζωή σου να στεναχωρηθείς, παρά όσα υπάρχουν για να χαρείς.
Η Κάντυ χαμογέλασε. Κοίταξε τον νεαρό.
-Συμβαίνει κάτι; την ρώτησε.
-Μου ..μου μοιάζεις με κάποιον.
Το αγόρι χαμογέλασε πιο δυνατά.
-Άκου.Πώς σε λένε;
-Κάντυ.
-Κάντυ.. στην ζωή να μην τα παρατάς ποτέ, οποιαδήποτε δυσκολία και αν υπάρξει, κάποιος θα είναι εκεί για σένα. Και να θυμάσαι, εγώ θα είμαι πάντα εδώ, εδώ εδώ… Ο Τέρρυ, ο φίλος σου,… ο νεκρός ζωντανός… ζωντανός.. θα είμαι πάντα εδώω.. εδώω.
Το αγόρι έγινε μια σκιά, και το μόνο που φαινόταν πια ήταν τα έντονα γαλανά μάτια του, που κοίταξαν κατάματα την Κάντυ, το ένα ανοιγόκλεισε και μετά εξαφανίστηκαν στον ουρανό. Η Κάντυ κοίταξε ψηλά, και ξεκίνησε τον δρόμο για το ορφανοτροφείο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 47ο- ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ- ΟΜΟΡΦΗ ΖΩΗ
Την άλλη μέρα το πρωί η Κάντυ ήταν πια σίγουρη ότι ο Άλμπερτ.. δεν θα ερχόταν. Ξύπνησε σιωπηλή και έφτιαξε μόνη της το πρωινό της. Σύρθηκε ως τον λόφο και σκαρφάλωσε στον πατέρα της. Ήθελε να  του μιλήσει λίγο. Ήταν βέβαια παράξενο, όλη της την ζωή μιλούσε μόνο σε μαμάδες.
Είχε σκοπό να προσπαθήσει όμως.. τον χρειαζόταν τόσο πολύ. Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε:
 
-Γειά σου πατέρα, κοίτα, ο Άλμπερτ δεν έχει έρθει και μου είπε ότι σίγουρα θα ερχόταν χθες το βράδυ, και δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι σωστό αυτό; Θα έρθει λες;
 
Ο άνεμος της κυμάτισε τα μαλλιά σαν θετική απάντηση.
-Λέω… να.. μερικές φορές είναι δύσκολο να καταλάβω…
 
Ο Άλμπερτ βγήκε ήσυχα από το αμάξι και προσπάθησε να σκαρφαλώσει αθόρυβα στο δέντρο.
-         Δεν ξέρω πότε έρχεται και πότε συμβαίνει κάτι.. τώρα τελευταία τίποτα δεν γίνεται στην ώρα του.. , συνέχισε η Κάντυ χωρίς να έχει ακούσει τίποτα.
Ο Άλμπερτ έφτασε και κάθισε πίσω της.
Η Κάντυ συνέχιζε ακάθεκτη και σταύρωσε τα χέρια συνεχίζωντας να φλυαρεί:
-Σκέφτομαι πως μια απάντηση θα ήταν αρκετή, ένα σημάδι, να ότι θα γυρίσει ή κάτι τέτοιο..
Ο Άλμπερτ γέλασε και είπε:
-Είμαι εδώ Κάντυ.
Η Κάντυ συνέχισε:
-Να, και τώρα νομίζω πως ακούω την φωνή του, πως είναι εδώ.. δίπλα μου.
-Όχι Κάντυ, αλήθεια είμαι δίπλα σου.
-Νομίζω πως..
Ο Άλμπερτ έπιασε την Κάντυ από τον ώμο και αυτήν γύρισε να τον δει. Τα μάτια της έλαμψαν μόλις τον αντίκρισε.
Είχε αλλάξει πολύ, τα μαλλιά του ήταν ξανθά και κοντά, ξανά. Φορούσε πιο άνετα και μοντέρνα ρούχα και είχε τον Πάπετ αγκαλιά.. όπως παλιά.
Η Κάντυ τον αγκάλιασε.
-Νόμιζα πως θα ερχόσουν χτές. Η αλήθεια είναι ότι δεν πειράζει απλά βλέπει..
-Σσς.. ο Άλμπερτ έβαλε απαλά τον δείκτη του στα χείλια της Κάντυ.
-Πάμε.. της έδειξε κάτω και με μια εντυπωσιακή κίνηση ο Άλμπερτ πήρε αγκαλιά την Κάντυ και πήδηξε στο έδαφος.
 
Άρχισαν να τρέχουνε μαζί σαν παιδιά.. έτρεχαν έτρεχαν. Και μόνο το βλέμμα του ενός στον άλλον έδινε σιγουριά. Έτρεχαν.. έτρεχαν σαν παλιά. Σαν να βλέπουν ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά.. έτρεχαν.. έτρεχαν σαν να ξαναγεννιόταν.. σαν να λυτρωνόταν.. σαν να βρήκαν την Ιθάκη τους. Και ύστερα σταματούνε.. και κοιτάζουνε την ομορφιά του κόσμου. Την ομορφιά της καρδιάς τους, που σηματοδοτεί, μια πανέμορφη ζωή. Ναι μια πανέμορφη ζωή. Για πάντα μαζί.
 
όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι,
μα όσοι ταξίδεψαν ζήλεψαν την Ιθάκη..."
 
Ναι, , μέσα στην ομορφιά του κόσμου. Η Ιθάκη.. το φώς. Επιστροφή στην Ιθάκη. Η αιώνια λύτρωση,
 

 
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
 
Τέταρτη Ιστορία
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Candy-Candy :: Συζητήσεις :: Νέα - Ανακοινώσεις - Διαγωνισμοί-
Μετάβαση σε: